Η ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (*)

Χάρολντ Μπλουμ : Ο Δυτικός Κανόνας - εκδόσεις GUTENBERG

(*) ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 2o.

Το μήνυμα του Bloom με αυτό του το βιβλίο είναι : «Επιστρέφω σε σας για να σας πω, όχι τι να διαβάσετε ή πως να το διαβάσετε, αλλά να σας πω για εκείνα που έχω διαβάσει και πιστεύω πως αξίζουν να ξαναδιαβαστούν που ίσως να είναι και η μόνη πραγματική οδός για τον κανόνα και το κανονικό».
Και «προφητεύει» ότι, τα κορυφαία και άλλοτε εκλεκτά πανεπιστήμια και κολλέγια, θα συνεχίσουν να προσφέρουν κάποια μαθήματα στον Σαίξπηρ και τον Μίλτον και τους ομοτέχνους τους, αλλά θα διδάσκονται από μικρά τμήματα …, κάτι ανάλογο με την σημερινή διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών και Λατινικών !! Και εν τέλει αναρωτιέται : «Πως είναι δυνατόν να διδάξεις τη μοναξιά» αφού το πραγματικό διάβασμα είναι μια μοναχική δραστηριότητα και δεν σε μαθαίνει πως να γίνεις καλύτερος πολίτης. Τέλος
το βιβλίο συμπληρώνεται με Παραρτήματα καταλόγων διαφόρων έργων, που ξεκινούν από το Έπος του Γιλγαμές και την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών, την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, και φθάνουν μέχρι τους νεώτερους Αμερικανούς ποιητές, αλλά και τους Έλληνες ποιητές Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Σικελιανό και τον Νίκο
Καζαντζάκη με τα έργα του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Οδύσσεια». Ο κατάλογος, που έδωσε λαβή σε αντιδράσεις, παρουσιάζεται ως το αδύναμο σημείο του βιβλίου, γιατί ακολουθεί μια αγγλοκεντρική αποτύπωση του Δυτικού Κανόνα, αφού απουσιάζουν πολλά από τα γνωστά έργα όλων των εποχών, μια και ο συγγραφέας καταχωρεί τις περιόδους, όπως ήδη αναφέραμε, σε εποχές (Θεοκρατική) : Όμηρος,
Βίβλος, Πλάτων, Βιργίλος κ.α., (μέρος της Θεοκρατικής η Μεσαιωνική) π.χ. Ιερός
Αυγουστίνος, Το Κοράνι, κ.α. (Αριστοκρατική) Dante, Petrarca, Machiavelli, Da Vinci, Torquato Tasso, M. De Cervantes, Lope de Vega, Tomas More, W. Shakerpeare, J. Racine, J-J Rousseau, Moliere κ.α., (Δημοκρατική) Foscolo, Verga, De Chateaubriand, V. Hugo, De Balzac, Standhal, Baudelaire, Rimbaud, Ibsen, Strindberg κ.α., οι Ρώσοι συγγραφείς και οι Αμερικανοί (ενδεικτικά) Dickinson, Whitman, Allan Poe, Adams, James, Twain κ.λ. Και τέλος (Χαοτική) : Pirantello, Ugaretti, Pasolini, Moravia, Calvino, Unamuno, Jimenez, Carcia Lorca, Gernuda, Pessoa, Anatole France, Proust, Gide, Bataille, Breton, Valery, Cocteau, Apollinaire, Eluard, Aragon, Camus, Sartre,
Pierre-Jean Jouve, Yeats, Wells, Kipling, D.H.Lawrence, Woolf, Forster, Beckett, Rilke, Kafka, Brecht, T. Mann, H. Hesse, Hamsun, Borges, Neruda, Octavio Paz, Marquez, Pound, T.S.Eliot, Porter, O’ Neill, F. Scott Fitgerald, Faulkner, Hemingway, Steinbeck, Kees, Mailer, Miller κ.α. Παρ’όλες όμως τις αντιδράσεις για τον Δυτικό
Κανόνα, ακόμα μέχρι και σήμερα (το έργο γράφτηκε το 1994), το έργο του Μπλούμ
παραμένει ένα μεγάλο λογοτεχνικό γεγονός, προτρέποντας μας να συζητήσουμε
– ανεξάρτητα εάν συμφωνούμε ή όχι – τους κανόνες και τις προτεραιότητες της αξιολόγησης των σημαντικών λογοτεχνικών έργων της δυτικης κουλτούρας ή ακόμη και της παγκόσμιας.

Πάνος Καπώνης

ΑΝΑΓΛΥΦΗ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΛΗΣ (*)

Θοδωρής Παπαθεοδώρου : Σαν ταξιδιάρικα πουλιά -εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Αθήνα 2008, σελ. 540.

Μόλις είχα γυρίσει από ένα ταξίδι στη Θράκη, όταν έπεσε στα χέρια μου – κατά ευτυχή συγκυρία – το τελευταίο βιβλίο του Θοδωρή Παπαθεοδώρου με τον τίτλο – που όμως αδικεί το έργο – «Σαν ταξιδιάρικα πουλιά». Και λέω κατά ευτυχή συγκυρία, γιατί επηρεασμένος από την αίσθηση του ταξιδιού στην Αρχαία Μαρώνεια της Ροδόπης, βίωσα πολύ πιο κοντά το κλίμα του μυθιστορήματος του Παπαθεοδώρου, αφού οι περιγραφές του και το όλο φόντο του βιβλίου, μου ήταν πιο οικείο, απ’ ότι αν το διάβαζα κάτω από μια δυτική οπτική γωνία. Παρ’ όλο όμως που οι δυτικές μου καταβολές δεν άφηναν και πολλά περιθώρια στην κατανόηση μιας άλλης νοοτροπίας και κουλτούρας, εκείνης που διαμορφώθηκε επί αιώνες στην Πόλη και γενικότερα στις πέραν των ανατολικών συνόρων της Ελλάδος περιοχές, αυτό το μυθιστόρημα και ο μύθος του με ενθουσίασαν και – ομολογώ – με ξενύχτισαν διαβάζοντας το.

Η διαμόρφωση από τον Παπαθεοδώρου ενός περιβάλλοντος στον ίδιο τόπο, την Κωνσταντινούπολη, με γλαφυρές περιγραφές, αλλά και σύμφυτες ιστορικές/πολιτικές αποχρώσεις, παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη δομή του μυθιστορήματος, όπως και ο καθεαυτού μύθος μιας ιστορίας χριστιανικών και μουσουλμανικών οικογενειών και ενός μεγάλου έρωτα δύο εφήβων, ενός Έλληνα (του Παναγιώτη) και μιας μωαμεθανής (της Φεράχ), όπου ο συγγραφέας, με αριστοτεχνικό τρόπο, ενώ τα προβάλει, ξεπερνά τον κίνδυνο να αξιολογήσει τα – ιστορικά/πολιτικά – γεγονότα του φόντου του βιβλίου του. Οι όποιες ιστορικές ή πολιτικές αιχμές, όσο ανάγλυφες και οδυνηρές και να παρουσιάζονται, (αφού πέρα απ’ την όποια «επίσημη» ιστορία υπάρχει και η αληθινή βιωμένη από τα υποκείμενα της ιστορία), υποτάσσονται στον στόχο-μήνυμα του βιβλίου, στην κυρίαρχη ανθρωπιά και αγάπη.

Όμως τα στοιχεία, όπως χρόνια αντιπαλεύουν στην πίσω πλευρά των επίσημων και μη γεγονότων και επιδρούν στην καθημερινότητα των ηρώων σε μια Πόλη όπου είναι «παντού ανακατωμένοι … οι ράτσες, οι προσευχές, τα γράμμα, οι γλώσσες», δηλαδή το χαμένο ευρωπαϊκό υπόβαθρο του δυτικού τμήματος της χώρας αυτής, μαζί με τον επιβληθέντα κοσμικό χαρακτήρα απ’ τον Κεμάλ Ατατούρκ, απέναντι στις ισλαμικές ρίζες και επιρροές που υπέβοσκαν και υποβόσκουν ακόμη έντονα, προβάλλονται αναγκαστικά ως συστατικό μιας πολυμορφικής κοινωνίας, της κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης του 1941, χρονικό σημείο που τοποθετεί τη δράση των ηρώων του ο συγγραφέας.

Το μυθιστόρημα, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» μέσα στο 2008, (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο εκδόθηκε και το προηγούμενο μυθιστορήματα του Παπαθεοδώρου «Το αστρολούλουδο του Βοσπόρου» του οποίου συνέχεια αποτελεί το «Σαν ταξιδιάρικα πουλιά»), αναφέρεται στην επόμενη γενιά εκείνης του 1920, όταν κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η Τουρκία είχε διαλέξει την ουδετερότητα και η Ελλάδα στέναζε κάτω απ’ τη ναζιστική μπότα. Έτσι, σε κάθε κεφάλαιο σε όλη τη ροή του μυθιστορήματος, το ιστορικό κλίμα της τότε εποχής (αλλά κατ’ αναφορά και παλιότερων) καδράρεται πολύ έξυπνα και υποδόρια με λόγο, που αναδεικνύει και εντείνει την ένταση και το πάθος, την αντίθεση των κοινωνικών, θρησκευτικών, πολιτικών και πολιτισμικών δεδομένων μιας ανομοιογενούς κοινωνίας με τον έρωτα δύο διαφορετικών πλασμάτων, με τις μνήμες ως αναστολές της ευτυχίας, με την αποκαλυπτική αληθινή Ιστορία να υπεισέρχεται ανάμεσα στη ζωή και στις ψυχές των ανθρώπων, εμποδίζοντας το απόλυτα φυσικό ταίριασμα που και ο Θεός των Χριστιανών και ο Αλλάχ έδωσαν σαν δώρο στους ανθρώπους. Η Ιστορία εμπόδισε την Αγάπη.

Αυτή είναι η ουσία του καταπληκτικού αυτού μυθιστορήματος, όπου πέρα από τα ψυχολογικά στοιχεία των προσώπων, έντονα διαχέεται αυτή η ιδιάζουσα κατάσταση δύο βαθιά ερωτευμένων ανθρώπων, όπως εξάλλου και το πάθος που ακολουθεί σε δεύτερο πλάνο, αλλά παράλληλα αναδεικνύονται και τα σημάδια των χαοτικών κοινωνικών και πολιτικών παραμέτρων στη δομή μιας ανομοιογενούς πολιτείας, που όμως συνδετικός κρίκος της – εκεί “εις την Πόλη” – είναι οι ανθρώπινη δεσμοί.

Εκείνο όμως που μου έκανε – συμπληρωματικά – εντύπωση, ήταν οι ρυθμοί της αφήγησης, ταυτισμένοι λες με το κλίμα της ανατολής, αλλά χωρίς καμία ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, δίνοντας την αίσθηση ότι ο Παπαθεοδώρου ήταν μάρτυρας αυτής της πραγματικότητας, η οποία στο «Σαν ταξιδιάρικα πουλιά», αποκτά μια αισθητική διαχρονική, αισθητική που πηγάζει από πηγές άγνωστες σε μας και περικλείει μέσα της ιστορία, παράδοση, νοοτροπίες και κοινωνικά δρώμενα, συνήθειες κι αλήθειες, που επί αιώνες περιβάλλουν τον εσώτερο ευρωπαϊκό πυρήνα της Πόλης.

Σ’ αυτό το κλίμα ανθίζει ο έρωτας, ο “σεβντάς”, μια ισχυρή έλξη που ξεκίνησε από ένα φιλί και συνεχίσθηκε μέσα από περιπέτειες, περιπέτειες παράλληλες με την ιστορία και τα τραγικά και απάνθρωπα γεγονότα που από το 1941 φτάνουν στο 1955 με τον διωγμό και την καταστροφή των Ρωμιών της Κωνσταντίνου πόλης. ΟΙ εμβόλιμες μορφές των άλλων ηρώων, συμπληρώνουν το παραπάνω κλίμα της εποχής και του μυθιστορήματος, μέσα από μια περιρρέουσα τρυφερότητα και ευαισθησία, που χαρακτηρίζουν άμεσα τον συγγραφέα, αλλά και τα συναισθήματα που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, συναισθήματα ανεπίσημα – όπως λέει στην εισαγωγή του ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου – που “ειρηνικά φτερουγίζουν στην ψυχή : λαχτάρα, έρωτας, όνειρο, πάθος …

“Η Πόλη έτσι ήταν, ακόμη και πριν απ’ τον διωγμό των Ρωμιών … Είχε κι εμάς, είχε και εσάς … Δυσκολευόταν λίγο, αμά μας χωρούσε όλους μια χαρά. Άλλους πάνω, άλλους κάτω. Κι εγώ ανεβοκατέβαινα συνέχεια. Μια στον Παράδεισο και μια στην Κόλαση …”.

Μέρχαμπα ! Διαβάστε το !

Πάνος Καπώνης

(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος #16, Χειμώνας 2009.

**************************

ΒΑΣΙΚΟ ΑΓΡΙΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ (*)

Μήτσος Κασόλας : Ερμιόνη (άγρια νύχτα τρυφερή) -εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2007, σελ. 414

Μετά από την «Αγγελίνα» πριν 10 χρόνια (1997), έρχεται μια άλλη γυναίκα να μας ταράξει μέσα από την ανάγνωση του νέου τελευταίου μυθιστορήματος του Αιτωλού συγγραφέα Μήτσου Κασόλα, η «Ερμιόνη». Με φόντο την περίοδο της τελευταίας δικτατορίας στην Ελλάδα και στα μετά από αυτή χρόνια, ο Κασόλας υπερβαίνει τον μέχρι τώρα γνωστό μυθιστοριογράφο, με ένα βιβλίο που σφυροκοπά τον αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος.

Αυτό το περιβάλλον όμως και όποιες άλλες πολιτικές αποχρώσεις, δεν παίζουν ρόλο στη δομή του μυθιστορήματος, γιατί ο συγγραφέας δεν προβάλει, ούτε αξιολογεί τα γεγονότα του φόντου αυτού, παρά μόνο ως αιχμές. Κυρίαρχο όμως στοιχείο, όπως ορίζεται στη πίσω πλευρά των γεγονότων, είναι μια μικροαστική νοοτροπία των ηρώων προβάλλοντας έντονα έναν άγριο αλλά αυθεντικό έρωτα της ηρωίδας του, της Ερμιόνης, μιας νεαρής πολύ όμορφης κοπέλας, που, μεγαλωμένη χωρίς πατέρα, ανάμεσα σε μια πατρική ωραιοποιημένη προβολή (πρότυπο) και μια μάνα που καλύπτει με διάφορους τρόπους την ανασφάλειά της, βρίσκει τον απόλυτο έρωτα στο πρόσωπο του άλλου βασικού ήρωα, του Άρη, αδελφό του πολύ μεγαλύτερου συζύγου της, στον οποίο δίνεται αμέσως μετά το γάμο της.

Το μυθιστόρημα αυτό, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» μέσα στο 2007, (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο εκδόθηκαν και τα προηγούμενα μυθιστορήματα του), έχει μια δυναμική δομή, στην οποία ο λόγος αναδεικνύεται μ` έναν ατέλειωτο διάλογο. Στην «Ερμιόνη» ο Κασόλας, έχει εξαντλήσει τη μορφή του διαλόγου, που οριοθετεί συνέχεια εικόνες, τη μια μετά την άλλη, σε ένα άλλο ύφος στη περιγραφή του μυθιστορήματος, δίκην σεναρίου, ως μια ενιαία ροή.

Στην ουσία δηλαδή δεν περιγράφονται τόσο τα ψυχολογικά στοιχεία των προσώπων, όσο έντονα δείχνεται το βασικό ένστικτο των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το «Ερμιόνη» είναι ένα μυθιστόρημα πάθους, όπου αναδεικνύονται σημάδια παρακμής, διάλυσης και χαοτικών καταστάσεων με την έννοια της απώλειας μετά την καταστροφή. Και η καταστροφή για τον Κασόλα είναι το στάδιο εκείνο ενός μεγάλου έρωτα, όπου ο ένας απ’ τους δύο ήρωες βρίσκεται στην αδιαφορία και ο άλλος συμπυκνώνει τις καταστάσεις σε εκδίκηση.

Το διαλεκτικό βιτρό στην «Ερμιόνη», δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε πεζογραφικές αναλύσεις, αφού οι κινηματογραφικοί ρυθμοί της αφήγησης (που πολύ καλά γνωρίζει ο Κασόλας) επισκιάζουν τον λογοτεχνικό λόγο, δίνοντας την αίσθηση ότι ο συγγραφέας μετατρέπει την πραγματικότητα σε φαντασία, ενώ σε μια προσεκτική ανάγνωση, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει μια επεξεργασία της φαντασίας που χρησιμοποιείται ως μέσον το οποίο μετατρέπει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας σε μυθιστόρημα που έχει την δική του αισθητική. Αυτή η αισθητική, πηγάζει από τη διευθέτηση εκ μέρους του συγγραφέα διαφόρων πραγματικών ή μη ερεθισμάτων μέσα στο κείμενο, που τα μετατρέπει σε λογοτεχνία, ξεγελώντας μας ότι αποτυπώνει υπαρκτές καταστάσεις. Ο διάλογος έτσι δεν είναι αληθινός, αλλά αληθοφανής που οδηγεί όμως σε μια μυθιστορηματική αλήθεια, την φανταστική αλήθεια του «παράνομου» ερωτικού πάθους της Ερμιόνης για τον Άρη.

Μέσα όμως από την ορμητικότητα των επάλληλων διαλόγων, εμβόλιμα εμφανίζονται συνεχώς τρεις δευτερεύοντες ήρωες, εκτός από τον σύζυγο (αδελφό του Άρη) και τον παιδικό φίλο της Ερμιόνης και οι δύο γονείς, η μάνα άμεσα που ωμά δημιουργεί και καθοδηγεί τις καταστάσεις και έμμεσα αλλά έντονα, ο πατέρας, μάλλον η σκιά του πατέρα που καθορίζει τη μοίρα της κόρης του.

«Μαμά, ο μπαμπάς μου ήταν έτσι ωραίος σαν τον Άρη ;» λέει κάπου η Ερμιόνη και αυτή η φράση-κλειδί γίνεται διακριτικά η απαρχή του μυθιστορήματος και το σημάδεμα της ζωής της ηρωίδας.

Σκηνή : «Η Ερμιόνη, χωρίς να χάνει τον Άρη από τα μάτια της, θυμάται τη νύχτα που τον έφερε ο Ντίνος στο σπίτι της, ενώ το μυστήριο έχει αρχίσει» ….. «Η Ερμιόνη είναι αλλού. Κάνει πως κοιμάται δίπλα στη μάνα της. Ανοίγει τα μάτια της και πηγαίνει σιγά στη κουζίνα όπου κοιμάται ο Άρης. Κάθεται σε μια καρέκλα, ακουμπάει το κεφάλι της στα χέρια της και τον κοιτάει…» Και επανέρχεται το ίδιο ερώτημα προς τη μάνα :«Μαμά, ο μπαμπάς μου ήταν έτσι ωραίος σαν τον Άρη ;»

Η μητέρα με το χαρακτηριστικό όνομα Ρέα, ερωμένη του Ντίνου, δίνει τη κόρη της ως σύζυγο στον εραστή της, που «δέχτηκε όμως να τον παντρευτεί για λόγους “ρεαλιστικούς” πειθόμενη στα επιχειρήματα της μάνας Ρέας : «Πες, Ερμιόνη μου, ότι αύριο εγώ κάτι παθαίνω και φεύγω … Τι θ’ απογίνεις τότε μόνη στον κόσμο ; Και καλά αν σου τύχει κάποιος και τον ερωτευτείς ….Αν όχι, γιατί να τραβήξεις ό,τι τράβηξα εγώ για να σε μεγαλώσω ; …».

Ακόμη, εκτός από την έντονη ανάμιξη στα δρώμενα του παιδικού φίλου της Ερμιόνης, του Βασιλάκη, που την αγαπάει αγιάτρευτα από τα παιδικά τους χρόνια, τριτεύοντα πρόσωπα αλλά όχι καθοριστικά, αναδεικνύονται σαν συμπληρωματικά δορυφόρα στίγματα μιας πορείας στη ζωή των ηρώων. Στη ζωή, μέχρι να έρθει η αφαίρεση της ζωής του ενός από τους βασικούς ήρωες, αφού ο έρωτας (παθιασμένος, προδομένος, πληγωμένος, ανέφικτος, πολλές φορές τραγικός) οδηγεί στο φόνο, όχι ως λύτρωση, αλλά σαν έναυσμα μιας άλλης μορφής μαρτυρίου. Έτσι ο συγγραφέας, οριοθετεί, πάντα κινηματογραφικά, τη μοίρα της ηρωίδας του, η οποία μέσα από μια «άγρια τρυφερή» ζωή, αλλεπάλληλες ψυχολογικές καταστάσεις και περιπέτειες, δύο ακόμα φόνους, μέσα σε ένα αστυνομικής υφής μυστήριο και μετά από ένα καμίνι μιας παθιασμένης αγάπης, βγαίνει η Ερμιόνη «κεκαθαρμένη» και τόσο η ίδια, αλλά και ο αναγνώστης, οδηγούνται σε ένα απρόσμενο και περίεργο τέλος, σε μια συνύπαρξη μια ιδιόμορφης σχέσης «θανάτου-ανάστασης», που δεν είναι συνηθισμένη σ’ αυτού του είδους τα μυθιστορήματα, όπου η αφήγηση, παρ’ όλο ρέουσα, είναι «κυκλική», τόσο στις καταστάσεις, όσο και στα γεγονότα.

Η συνέχεια επί του βιβλίου, όπως λέμε «επί της οθόνης».

(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος 14/2008 - Πάνος Καπώνης

***********************

ΑΔΕΛΦΙΑ ΣΤΗ ΚΟΛΑΣΗ (*)

ΛΟΡΑΝ ΓΚΟΝΤΕ : Ελντοράντο

εκδόσεις μεταίχμιο, Αθήνα 2007, σελ. 226

Από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» στη σειρά ξένη λογοτεχνία, κυκλοφόρησε το τελευταίο μυθιστόρημα του βραβευμένου με το Γαλλικό βαραβείο Goncourt Laurent Gaude «Ελντοράντο» σε μετάφραση της Κλαιρ Νεβέ. Μετά την μεγάλη επι