*******
[22] Η ΚΡΥΦΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΗΝΥΜΑΤΟΣ
Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΑΠΕΡΓΗ : «ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ : Κύβος»*
Εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων, Αθήνα 2011, σελ. 80.
(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό POETIX # 5, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011.
Είναι γνωστή η εξαιρετική δραστικότητα της ποίησης στη συγκόμιση του μηνύματος μέσα σε λίγες γραμμές και σε λίγες λέξεις, ενώ τα εγχειρίδια, τα εργαλεία της φιλολογίας, της αισθητικής και της ποιητικής δεν καταφέρνουν με ανάλογη ένταση να μεταδώσουν το ρίγος, την φρίκη, το θάμβος, τον σπαραγμό ή τον πόνο που εκπέμπει το ίδιο το ποίημα – είτε είναι νεότροπο, παραδοσιακό, υπερρεαλιστικό ή ρομαντικό, όπως π. χ. του Λμαρτίνου, του Σέλεϋ ή του Βύρωνα. Το ποίημα, το δημιούργημα, η πρωτογενής παραγωγή, υπερέχει απέναντι σε κάθε θεωριτική διαπραγμάτευση. Έτσι, εκτός από την επιλογή της τεχνοτροπίας ή της αφήγησης που θα υπηρετήσει ο δημιουτγός, καθώς και την προσπάθεια του κάθε ποιητή να ξαναγράψει την ιστορία των λέξεων καθ’ ολοκληρίαν και όχι μόνο ω’αλλάξει τους σημειολογικούς της ορίζοντες σήμερα, σε μια εποχή άκραίας διακινδύνευσης, οικονομικής, πολιτικής και υπαρξιακής, λόγω του ορατού αδιεξόδου, ένας τόνος αναστοχαστικός που διαπερνάται ολόκληρος κυρίως από ανατριχίλα ανιχνεύεται στα λογοτεχνικά κείμενα της εποχής, σε ποιητές παλαιότερων λογοτεχνικών γενεών. Αλλά μαζί με την ανατριχίλα, υπάρχει και ο ίλιγγος.Ο Πάνος Καπώνης εκφράζει αυτό το διάπυρο κλίμα απόρριψης, ερωτηματικότητας και αγανάκτησης με θέρμη, άλλοτε αφοπλιστικά : «να πετάξουμε τους σάπιους καρπούς / στην ανακύκλωση» ή με έξαρση : «προτού η ομίχλη σκεπάσει το επίγειο φως των ματιών (μας)» κι αλλού με έκθυμη αναφορά, μέσα σε μια ονειρική ρέμβη, μετέκφραση μιας επιθυμίας ειρηνικής αναφοράς στα πράγματα : «σχεδόν μέσα σε σεντόνια / η λίμνη αναδύθηκε ως υδάτινο σώμα», ενώ για την Ελλάδα γράφει : «Κι εγώ έβλεπα το πλιάτσικο της Ελλάδας / τα συντριβάνια να πωλούνται / τις γωνίες των δρόμων να φλέγονται». Έτσι που μοιάζουν όλα τυλιγμένα σε μια νύχτα χωρίς αύριο, «κάποτε η νύχτα θα ξαναγράψει την ιστορία της», ευελπιστεί βέβαια ο Πάνος Καπώνης, ως τότε όμως μέσα στη μοναχική και δύσκολη πορεία, οι «ένδοξες» ιδέες υποχωρούν προς όφελος μιας προσωπικής ιστορίας όπου, αναδύεται η ζωή των ανθρώπων και των πραγμάτων μέσα σ’ ένα φως όπου θα αχνοφέγγει l’ etrange indifference, η παράξενη αδιαφορία του κόσμου (Αλμπέρ Καμύ), μια κατάσταση μεταβατικότητας της εποχής που ο Πάνος Καπώνης ονόμάζει ημίφως : «μέσα στο [ημίφως] φως (1) ανακάλυψε την κλίση του». γράφει – και αποφασίσζει να εμπιστευτεί «προτού βυθιστεί η μοίρα στον ορίζοντα», «εκείνα ποτ χόρευαν γύρω από την καρδιά τους», και «τα φύλλα που σκέπαζαν τα ευτυχισμένα λουλούδια». Οι μινιμαλιστικές αυτές θέσεις είναι αντανάκλαση της πολλαπλής ύβρεως που γέννησε την τραγωδία της εποχής μας ή οποία αντιμετωπίζεται από τον ποιητή έτσι : «κι εσύ ως νότα ταξίδευες στο άπειρο απέναντι στη σελίδα». Η ύβρις τροφοδοτεί την ποιητική συνθήκη στις μέρες μας, με σχέσης νοήματος και συμβολοποίησης, βασισμένες σε διακειμενικά και διυποκειμενικά στοιχεία άλγους, τρόμου και αγωνίας. Μπορεί πια κανείς, να φανταστεί το σύγχρονο ποίημα χωρίς αναστοχασμό, ενόραση ή ενσυναίσθηση, που θ’ αποκαλύψουν το ρίγος της εποχής. Μέσα στις νέες συνθήκες ο λυρισμός, ο τόνος και ο ρυθμός, επισκιάζονται από τα νέα δεδομένα και ο εξομολογητικός τόνος με την περιγραφή, λειτουργούν σαν χρονικογράφοι της συνείδησης. «Η γλώσσα αρχίζει με το κενό» και αυτό το κενό είναι ο άγνωστος χώρος της ενθαδικότητας, σε ένα μείγμα ρομαντικής (2) και υπαρξιακής τυπολογίας στον Πάνο Καπώνη, αλλά και της σιωπής. «Σε ονειρεύτηκα ξανά Όσιπ / σου είχαν βγάλει τις λέξεις / σε είχαν πετάξει στο μέλλον / τα όνειρά σου είχαν υποστεί αφαίμαξη». (3) Αυτό νέο είδος διακειμενικότητας περιέχει επίσης ένα νέο είδος γλωσσικού και αισθητικού ιδιώματος. Ο τόνος τείνει να (συν)διαλέγεται πια με το μυστήριο της ζωής. Η σιωπή απλώνεται ηχηρή, (4) παλλόμενη στο έργο του Καπώνη. «Κι ο άνεμος θλιμμένος κι έπειτα / άλλαξε σε καταχνιά και [σούρουπο] φεγγάρι» (5) ή ένα σφύριγμα μακρόσυρτο που σχεδόν / δεν έκρυβε τίποτε ή μάλλον». (6) Το κλίμα είναι διαυγές πια μέσα στα ροδαλά χρώματα της παρακμής. «Οι εαρινοί καρποί τα μεσημέρια στον κήπο / έπεφταν σε σιγή όπως ο θάνατος / των παγερών κατοίκων [ενός] (7) του ονειρικού άστεως», γράφει ο ποιητής επιδιώκοντας να καταδείξει με γκροτέσκα χρώματα τη φευγαλέα ορμή της ανθρώπινης παρουσίας σαν αποτέλεσμα μιας μορφοποίησης ενός οντολογικού περιγράμματος, όπου λείπε η εσωτερική φωνή του ανθρώπου. Κλίμα υπαρξιακό, φαινομενολογικό, αγνωστικιστικό. Σιωπή, (8) μερικότητα, θραυσματικότητα της ύπαρξης, αποξένωση, το θέμα της προσωπικής μεταστροφής, το θέμα της δέσμευσης, η επιβεβαίωση του να είμαι στον κόσμο. η μέριμνα, το θέμα του άλλου. Έτσι εκείνη η νοησιαρχική και εθνογραφική δομή του «ελληνολυρισμού» (Αντρέας Καραντώνης) που περιλαμβάνει ποιητές με την γνωστή γιγαντοανάσα και το άσπιλο ποιητικό ήθος («με μόνο το άσπιλο του νου μου θα χτυπήσω» ισχυριζόταν ο Ελύτης) των Σολωμού, Κάλβου, Παλαμά, Σικελιανού, Ρίτσου, Σεφέρη, προϊόν της εξέλιξης του διανοητικού γίγνεσθαι και της τεχνολογικής ανάπτυξης, πρέπει μάλλον να επαναπροσδιοριστεί, να επαναδιαπραγματευτεί. Το ίδιο φυσικά και οι αρειμάνιοι αυτοπροσδιορισμοί της Ρωμιοσύνης μετά και πριν το 1974, όπως και άλλες, καθοριστικές συμβολές στην κατάσταση των νεοελληνικών γραμμάτων. Η παράδοση στον εργαλειακό λόγο κυριάρχισε τόσο ώστε, ο καθημερινός κόσμος δεν να λυτρωθεί πια με το βίαιο άνοιγμα ενός μόνο πεδίου της κουλτούρας – δηλαδή της τέχνης, της φιλοσοφίας ή της ηθικής, επισημαίνει ο Χάμπερμας ενώ στον διαφωτισμένο κόσμο, δεν υπάρχει πια θέση για την ιδέα του «Λόγου», συμφωνεί κάποιος άλλος. Ο Πάνος Καπώνης γι’ αυτό διαλέγει σαν εισαγωγικό μότο τα λόγια του Αλεξανδρινού : «Τα ποιήματα που [γράφομε] (9) γράφουμε και αν δεν είναι αληθή για την τωρινή ζωή μας, είναι αληθή για έλλες ζωές και ο αναγνώστης στη ζωή του οποίου ταιριάζει αποδέχεται και αισθάνεται το ποίημα» (Καβάφης, 1905, σ. 5). Ο ποιητής, μέσα στη ρομαντική (10) και υπαρξιακή φύση της γραφής του κατεβάζει τον τόνο (;) στη θερμοκρασία του σώματος ώστε «τ’ απόμακρα βήματα (ν’) ακούονται» και να μπορεί να αισθάνεται ο αναγνώστης ότι «οι άνεμοι δεν θα κρύβουν (πια) ότι πήγε χαμένο». (11) Ο ποιητής γράφει, ελπίζοντας το ακατόρθωτο, μέσα σ’ ένα δείγμα παράδοξου, συμβολισμού και ευθυμίας στο πνεύμα της αλληγορίας του δημοτικού τραγουδιού (12) «Το γεφυράκι θα σκύψει για να περάσει η αυλή» (sic). Με τον τόνο του δημοτικού τραγουδιού περνά στον χώρο του θαύματος ή του θαυμαστού για ν’ αναδυθεί η μνήμη, το ξεπέρασμα της λήθης, η α-λήθεια. «Όταν όλα θα έχουν τελειώσει και η χαρά της επιστροφής θα ‘χει καταλαγιάσει στα σπλάχνα της ζωής …. τότε θα μπορούμε να θυμηθούμε». (13) ____________________________________ ΣΗΜΕιώσεις του κρινόμενου ποιητή : (1) Ο στίχος λέει «ημίφως» και όχι «φως». Διαφορετικές οι έννοιες τους. Προσπάθεια «διόρθωσης» του ποιήματος ή αδιαφορία ; (2) Η γνώση, αλλά και η αίσθηση μου είναι ότι, δεν υπάρχουν καθόλου ρομαντικά στοιχεία στον «Κύβο». Χαίρομαι που ο κριτικός τα ανακάλυψε ! (3) Οι προστιθέμενοι στο κείμενο στίχοι δεν ανήκουν στη συλλογή και είναι άσχετοι. (4) «Σιωπή» : χαίρομαι για τη διάγνωση ! (5) Και μια ακόμη αλλοίωση στίχων μου. Αντικαταστάθηκε η λέξη «σούρουπο» με τη λέξη «φεγγάρι». Τι να πω !! (6) Οι προστιθέμενοι στο κείμενο στίχοι δεν ανήκουν στη συλλογή και είναι άσχετοι. (7) Και τρίτη αλλοίωση στίχων μου. Αντικαταστάθηκε η λέξη «ενός» με τη λέξη «του». Έλεος κ. φιλόλογε !! (8) Πάλι διάγνωση για «σιωπή» ! (9) Εδώ έχουμε προφανώς απροσεξία στην αντιγραφή : Ο Καβάφης έγραψε με την ιδιομορφία της γραφής του «γράφομε» και όχι «γράφουμε». Αυτά οι φιλόλογοι τα προσέχουν! Εδώ ; (10) Πάλι ενέσκηψε ο «ρομαντισμός». Πάντως χαίρομαι που μέσα σε υπερρεαλιστικά και στοιχεία συμβολισμού ενυπάρχει ρομαντισμός! Που τα εντοπίζει όμως, δεν μας το λέει ο κρίνων. (11) Οι προστιθέμενοι στο κείμενο στίχοι δεν ανήκουν στη συλλογή και είναι άσχετοι. Σε ποιόν όμως ανήκουν οι ξένοι στίχοι δεν μας το λέει. Δεν θα έπρεπε ; (12) Δεν πιστεύω ότι αυτό που γράφτηκε, το «δημοτικού τραγουδιού» εννοώ, αναφέρεται στον «κύβο». Μακριά από μένα αυτή η ένδειξη επηρεασμού της ποιητικής μου. Μάλλον εκείνη την ώρα διαβάζονταν παράλληλα από τον γράφοντα κάτι από δημοτικά (τραγούδια). (13) Τέλος το αποκορύφωμα του κειμένου : Προστίθενται στο κλείσιμο του κριτικού κείμενου στίχοι, που δεν ανήκουν στη συλλογή και είναι άσχετοι με αυτή και ξένοι. Κρίμα που δεν αναγράφεται ο όποιος δημιουργός τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση στον αναγνώστη, εάν η στροφή αυτή είναι του κρινόμενου ποιητή ή άλλου στιχοπλόκου. Εν πάση περιπτώσει ευχαριστώ κατά τα άλλα τον κ. Π. Απέργη. ******
[21] Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΉ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ (*)
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ : «Μανχάταν-Μπανγκόκ
εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2011, σελ. 240
(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα # 26, Καλοκαίρι 2011.
Όταν ακούω «Ασία-Ασία» σκέφτομαι τον ποιητή Γιώργο Βέη που τόλμησε, μετά από επτά ποιητικές συλλογές, να ανοίξει τους ασκούς της πρόζας ή καλύτερα τους ασκούς του Αιόλου, που τον ταξίδεψαν στην Κίνα, την Ιαπωνία, την Ινδονησία, την Ταϊλάνδη, την Ασία γενικά και την Άπω Ανατολή και όχι μόνο. «Αυτό το εκκρεμές, μια εδώ, μια εκεί, μου δημιουργεί μια αρμονική ισορροπία», είπε σε μια συνέντευξη του ο Βέης. Και αυτό το εκκρεμές, που θα το ζήλευαν πάρα πολλοί «έχει περάσει απ’ το Ντόρτμουντ, τη Μελβούρνη, το Χόνγκ Κόνγκ, το Μακάο, το Πεκίνο, τη Σεούλ αλλά και την Αφρική μεταξύ άλλων, απ’ το Καμερούν και την Γκαμπόν, μέχρι το Σουδάν και τη Σομαλία, πριν τοποθετηθεί πρέσβης πρόσφατα στην Ινδονησία. Γι’ αυτή την αρμονική ισορροπία του Γιώργου Βέη, του ποιητή-διπλωμάτη που εκμεταλλευόμενος τη γοητεία των ταξιδιών του, καταφέρνει θαυμάσια να εξισορροπεί την πραγματική αναπαράσταση τους σε συνδυασμό με μια ουτοπική διάσταση, συγκρίνοντας και κρίνοντας μέσα από την περίεργη δοκιμιακή του διατύπωση, φθάνοντας να γράψει εντελώς ένα καινούργιο ανανεωμένο είδος ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Αν και επιφυλάσσομαι για τον όρο «ταξιδιωτική λογοτεχνία», θα έλεγα πως ο Βέης μας συναρπάζει με ποιητικές μαρτυρίες, ίσως σε μια ιδιάζουσα μύηση που έρχεται από αλλού και που μόνο οι κεραίες ενός αληθινού ποιητή θα μπορούσαν να συλλάβουν και να μεταποιήσουν σε λόγο. Άραγε, τα μυστηριακά τοπία των διαφορετικών αποστάσεων από τον δυτικό πολιτισμό, δεν εισάγουν τον αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα εσωτερικών τοπίων ;
Είπαν, πως ο Βέης θεωρεί «εαυτόν επίγονο του Ηροδότου, του Παυσανία, του Καζαντζάκη και του Ουράνη». Επιτρέψτε μου όμως, να μην σταθώ σε αυτή τη μαγεία των ταξιδιών του, ούτε στην ανάδειξη των πολιτιστικών διαστρωματώσεων που έντονα εμπεριέχονται στο βιβλίο, αλλά στην αναζήτηση της αρμονικής ισορροπίας, επειδή «τα μεγάλα ταξίδια είναι εσωτερικά», όπως έλεγε ο Φερνάντο Πεσόα.
Στο συγκεκριμένο βιβλίο μαρτυριών, ο Γιώργος Βέης έπαψε πια να γράφει διάφορες ταξιδιωτικές εμπειρίες και εικόνες, αλλά ανα-γράφει αγγίζοντας πολλές φορές τα όρια μιας ελληνικής αισθητικής, μεταβάσεις μέσα από μια ελλειπτική γραφή, στην αρμονία της ποίησης ισορροπώντας την εξωτική ομορφιά με το άγνωστο. Διαφορετικές γραφές στα δύο βασικά τμήματα του βιβλίου «Μπανγκοκ» και «Μανχάταν», που τελικά δεν είναι μόνο ένα ταξιδιωτικό βιβλίο, αλλά και ένα βιβλίο μέσα από την ταξιδιωτική αφήγηση, ποιητικού δοκιμιακού λόγου. Το έξυπνο μότο του Ηρακλείτου που έχει βάλει ο ποιητής Βέης στην τελευταία ποιητική συλλογή του «Μετάξι στον κήπο», «Οκόσων όψις ακοή μάθησις, ταύτα εγώ προτιμέω», βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στο τελευταίο ταξιδιωτικό βιβλίο του συγγραφέα Βέη. Ο ποιητής Βέης βλέπει και παρατηρεί τα πολλά σοφά, παράξενα και όμορφα του κόσμου τούτου, ακούει μαρτυρίες αφανών και επιφανών και πέρα από τη δική του ευρυμάθεια εμπλουτίζει το στοχασμό του με τη φιλότης της φύσης και του παραδοσιακού ύφους της Αφρικής, της Ασίας, της Άπω Ανατολής. Αυτή η γόνιμη απορρόφηση από τον ποιητή, των άγνωστων στον Ευρωπαίο διανοητή διαλογισμών, διαμορφώνει έναν ισορροπημένο για τον αναγνώστη λόγο, που τον μεταγγίζει με λεπτότητα και ευγένεια, αυτές δηλαδή τις ασυνήθηστες σε εμάς και για εμάς πολιτισμικές λειτουργίες και εκφάνσεις.
Ένα από τα πολλά και πολλαπλά στοιχεία της συγγραφής του «Μανχάταν-Μπανγκόκ», είναι η τάση που προβάλλεται στο βιβλίο, ενός ιδιότυπου φιλοσοφικού ή φιλοσοφημένου λόγου, πάνω στη σχετικότητα των αισθητικών προσλήψεων και ακόμα, ένα σημαντικό άλλο στοιχείο, ο χειρισμός μιας αρμονίας στον ελληνικό λόγο, που τον «ταξιδεύει» επάξια, ως πρεσβευτής – όχι μόνο της χώρας μας – όπου έχει βρεθεί, αλλά και ως φορέας του ελληνικού πολιτισμού.
Ένα άλλο βασικό στοιχείο είναι η ευγένεια του λόγου, μη επίπλαστη ευγένεια, αλλά ουσιαστική. Αντιγράφω μια από τις «στάσεις» του βιβλίου : «Είναι αισθητός τις περισσότερες φορές ένας μικρός, ισόρροπος μετεωρισμός στις κινήσεις των ευγενών. Πολλοί μιλούν για μια σαγήνη ανεπαίσθητων λικνισμών». Θα ήθελα να σταθώ πριν κλείσω τούτο το σημείωμα μου, στη μαρτυρία του Βέη για τον Νικόλαο Κάλας. Πιστεύω ότι ο Γιώργος Βέης, έχει προσθέσει ένα ισχυρό ντοκουμέντο στην ελληνική γραμματεία, με αυτό του το δοκίμιο. Και τελικά, θα πρέπει να αποδεχτούμε όλοι – ποιητές, συγγραφείς και μη – τα λόγια του αγνοημένου από τους πολλούς ποιητή Κάλας : «Η ποίηση είναι αποκάλυψη. Η αποκάλυψη είναι μια σαρωτική εμπειρία. Η τάξη είναι υποταγή. Η υποταγή είναι παραίτηση».
Σε ποιον άραγε, αν όχι σε ένα ποιητή, η πραγματικότητα διαπλάθεται και διαθλάται σε όλες τις πνευματικές κατευθύνσεις ; Και αυτό παρατηρεί ο υποψιασμένος αναγνώστης στο υπό συζήτηση βιβλίο του ποιητή, συγγραφέα και διπλωμάτη πολιτισμού Γιώργου Βέη.
*******
[20] Της ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ :
«ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ : Ναρκωτικά Σύννεφα»*
Εκδόσεις ΓΚΟΝΗΣ, Αθήνα 2010, σελ. 60.
(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό INTEX # 46, Ιούλιος 2011.
Συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων μιας δεκαετίας 1979-1989. Ο τίτλος, υπαινικτικός και ταυτόχρονα δηλωτικός για ό,τι η ζωή και η κοινωνία εξυφαίνει. «Καταιγίδα πάνω απ’ το Τολέδο», ονόμασε τα μαύρα σύννεφα πάνω από την πόλη ο Θεοτοκόπουλος για να δώσει την ζωγραφική εκδοχή του στην πανούκλα, που ήταν η μάστιγα της δικής του εποχής. Και επειδή κάθε εποχή έχει και τη δική της επιδημία, και αφού ο κόσμος έζησε πολέμους καιΜΑΡΙΟ ΒΑΡΓΚΑΣ ΛΙΟΣΑ : Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες*
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 2010, σελ. 248. (*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα # 25, Άνοιξη 2011.Ο Χόρχε Μάριο Πέδρο Βάργκας Λιόσα – όπως είναι το πλήρες όνομα του Περουβιανού συγγραφέα που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2010 – σε μια συνέντευξη του [Paris Review] το φθινόπωρο του 1990 είχε πει : «Είμαι υπέρ της ουτοπίας σε όλους τους τομείς, εκτός από εκείνον της πολιτικής. Σε αυτόν τον τομέα είναι καλύτερο να είναι κανείς πραγματιστής. Η ιστορία δείχνει ότι όλες οι προσπάθειες να δημιουργηθεί μια τέλεια κοινωνία οδήγησαν στην κόλαση. Οι ολοκληρωτικές κοινωνίες του 20ού αιώνα ήταν ουτοπικές συλλήψεις». O πιο σημαντικός Περουβιανός και από τους καλύτερους της Λατινικής Αμερικής συγγραφέας, στο μυθιστόρημα του «Ο άνθρωπος που έλεγε ιστορίες», ένα από τα είκοσι που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά, βάζει τον αναγνώστη ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους, όχι στην πραγματική τους αναπαράσταση, αλλά βλέποντας τον από μια ουτοπική διάσταση, συγκρίνοντας και κρίνοντας μέσα από έναν περίεργο διάλογο, μια καλή ιστορία, καταφέρνοντας να γράψει εντελώς μεταμοντέρνα χωρίς να ξεφύγει από τον στόχο του μυθιστορήματος, που για τον Μάριο Λιόσα είναι «… να πεις μια ιστορία στο σύνολό της». Αυτή η απλή φιλοδοξία του συγγραφέα, ίσως να είναι το μυστικό της επιτυχίας του Λιόσα, ενός πολυγραφότατου λογοτέχνη που από τα πρώτα του μυθιστόρημα [La ciudad y los perros “Η πόλη και οι σκύλοι” (1963), La casa verde “Το πράσινο σπίτι” (1965) και το μνημειώδες Canversacion en la Catedral “Συζήτηση στον καθεδρικό ναό” (1969)] με τα οποία έγινε διάσημος, έφθασε στην ύψιστη λογοτεχνική διάκριση τον Οκτώβριο του 2010, στο Βραβείο Νόμπελ. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα με τον τίτλο “El Hablador” (δηλαδή “ο αφηγητής”, “ο ιστορητής” ή αλλιώς “ο παραμυθάς”), ο νομπελίστας συγγραφέας, παρουσιάζει μια φαινομενικά απλή ιστορία, όπου ένας Περουβιανός που βρισκόταν στην Φλωρεντία, κατά σύμπτωση επισκέπτεται σε μια γκαλερί, την έκθεση φωτογραφιών από τον Αμαζόνιο. Μεταξύ των φωτογραφιών, υπήρχε και μια ενός “παραμυθά” της φυλής Ματσιγκένγκα που του θύμιζε έναν εξαφανισμένο παλιό του φίλο από τη Λίμα. Έτσι αρχίζει να λειτουργεί η μνήμη και το στήσιμο του μυθιστορήματος βασίζεται στην αφήγηση δύο προσώπων, δύο φίλων, που ο καθ’ ένας με την δική του διαφορετική γλώσσα, εφαπτόμενη στις αντιλήψεις του καθ’ ενός και στον τρόπο που παρουσιάζουν την ίδια ιστορία τόσο στις εσωτερικές, όσο και στις εξωτερικές πτυχές της. Οι αφηγήσεις των ηρώων του Λιόσα, στον «άνθρωπο που έλεγε ιστορίες», αποκαλύπτουν εναλλασσόμενες ένα μυστήριο, ως έναν αρχέγονο δεσμό, που συνδέει το παρελθόν με τον σύγχρονο κόσμο, τους μύθους με την ρέουσα κοινωνική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας δε ένα δεύτερο επίπεδο, την προσπάθεια απομυθοποίηση τους από τους μηχανισμούς της θεωρούμενης από τις σημερινές κοινωνίες, προόδου. Αυτός ο ουτοπικός συμβολισμός του σημαντικού και πρωτότυπου έργου, δηλαδή του ο «άνθρωπος που έλεγε ιστορίες» του σπουδαίου νομπελίστα συγγραφέα, που μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά, δείχνει την βαθιά του εμπειρία στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα, τομείς στους οποίου ο Μάριο Βάργκα Λιόσα υπήρξε ενεργός. Ο Liosa, πιστός στις δικές του συγγραφικές αρχές, με τα έργα του και ιδιαίτερα το ο «άνθρωπος που έλεγε ιστορίες», αποτελεί μια γέφυρα ανάμεσα στον πολιτισμό και στον απλό κόσμο, ένα είδος, που όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, τείνει να εκλείψει. Έτσι ο συγγραφέας, με απλό τρόπο μεταφέρει στον αναγνώστη ένα μυστήριο που υφαίνεται σε όλο το έργο, δημιουργώντας ένα υπέροχο παραμύθι του ταξιδιού ενός ανθρώπου, από την σύγχρονη εποχή και τον σημερινό κόσμο, πίσω στις ρίζες του. Τα υπέροχα μυθιστορήματα του Liosa πέρα από τα βραβεία που έλαβαν, σηματοδοτούν τόσο θεματικά, όσο και αισθητικά μια μοντέρνα αντίληψη για την συγγραφή και είναι επηρεασμένα από την αντίληψη του συγγραφέα για την περουβιανή κοινωνία και από τις εμπειρίες του ως Περουβιανός. Όμως τα θεματικά πολιτικά και κοινωνικά ευρήματα των έργων του, δεν τον εμπόδισαν να επεκτείνει το θεματολόγιο του σε ερεθίσματα που έλαβε από διαφορετικά σημεία του κόσμου. Το λογοτεχνικό του έργο περιλαμβάνει κωμωδίες, αστυνομικά, ιστορικά και πολιτικά μυθιστορήματα όντας πολυγραφότατος σε αυτή την ευρεία γκάμα λογοτεχνικών ειδών, αλλά και στη δημοσιογραφία και στη λογοτεχνική κριτική. Δεν είναι τυχαία η δήλωση του μετά την βράβευση του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας : “Death will find me with my pen in hand”. Ο συγγραφέας θεωρεί πως, η ποιοτική λογοτεχνική κριτική γίνεται ολοένα και πιο αναγκαία. Είχε πει : «Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα σήμερα είναι ο τεράστιος αριθμός εκδόσεων, που σε κάνει να αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι στη μέση ενός δάσους τίτλων βιβλίων και ονομάτων, όπου είναι δύσκολο να προσανατολιστείς. Και η κριτική ενώ θα έπρεπε να βοηθά και να οδηγεί τον αναγνώστη σε αυτό τον λαβύρινθο, σήμερα θεωρείται δευτερεύον είδος. Υπάρχει μια ακαδημαϊκή κριτική, εντελώς απομακρυσμένη από το μεγάλο κοινό … αλλά και η άλλη κριτική, εκείνη που φτάνει στο ευρύ κοινό μέσα από περιοδικά και εφημερίδες, έχει χάσει την αξία της. Γίνεται σαν αγγαρεία, χωρίς πρωτοτυπία, χωρίς δημιουργικότητα. Πολλές φορές δεν είναι παρά απλά ενημερωτικά κείμενα». Στις 3 Φεβρουαρίου 2011, με το Β. Δ. 134/2011, του απονεμήθηκε ο τίτλος του “Μαρκήσιου” σύμφωνα με την σχετική ισπανική νομοθεσία, λόγω εκτίμησης στο πρόσωπο του Jorge Mario Vargas Liosa εκτιμήθηκε παγκοσμίως η Ισπανική Γλώσσα και Λογοτεχνία.
******
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ : Τα λουστρίνια της παρέλασης*
Εκδόσεις LYRA-ΒΙΒΛΙΑ του εκδοτικού οίκου Μοντέρνοι Καιροί, Αθήνα 2010, σελ. 424. (*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα # 24, Χειμώνας 2010-11.Ο Γιάννης Κακουλίδης, ποιητής από τους πρώτους της γενιάς του ’70, μετά το ηχόχρωμα της ποίησης, μας έδωσε και πολλές πεζογραφικές «αναφορές», μεταξύ των οποίων και τα «Τα λουστρίνια της παρέλασης», ένα βιβλίο με 424 σελίδες ιλαροτραγικών κειμένων, που εκδόθηκε φέτος το 2010 από τις εκδόσεις LYRA-ΒΙΒΛΙΑ του εκδοτικού οίκου Μοντέρνοι Καιροί. Διαχρονικά, δύο συγγραφικοί τομείς διεκδικούν τις πρώτες θέσεις στην καρδιά του συγγραφέα. Ο ένας είναι η ποίηση και ο άλλος η αρθρογραφία, το χρονογράφημα, που ενέχει κι αυτό, κατά την άποψη μου, όπως και το διήγημα, μια πολύ μεγάλη δυσκολία απόδοσης του λόγου, όταν η έκταση του σε περί-ορίζει, όχι μόνον σε αριθμό λέξεων, αλλά και στις ουσιαστικές εκφάνσεις αυτού του σύντομου και αναγκαστικά περιεκτικού λόγου. Θα περιορίσω όμως στο σημείωμα αυτό, τις δικές μου αναφορές για τον πεζογράφο Γιάννη Κακουλίδη, στο τελευταίο βιβλίο του, «Τα λουστρίνια της παρέλασης», που είναι εν δυνάμει ενδεικτικό των διαφοροποιήσεων της γραφής του συγγραφέα, δηλαδή πέρα από το διήγημα και το μυθιστόρημα, ασκείται στο χρονογράφημα. Και είναι αυτά τα χρονογραφήματα, που αποτελούν, πέρα από την χιουμοριστική κριτική διάθεση και απόδοση, εν τέλει μια κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου με ευαισθησία, παιδεία και ταλέντο. Έτσι ο κύριος Κακουλίδης, στην ώριμη λογοτεχνική πορεία του, καταγίνεται με ασκήσεις γραπτού λόγου, κυρίως με τα κείμενα των επιφυλλίδων στις διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, που βρίσκονται σε συνάρτηση με τα αντίστοιχα κοινωνικά και έμμεσα πολιτικά περιέχοντα. Δεν μπορεί να αποσιωπηθεί βέβαια το βασικό χαρακτηριστικό του Γιάννη Κακουλίδη. Εννοώ το χιούμορ. Η αστειότητα που αναδύεται από τα κείμενα του, έστω και εάν ο αστεϊσμός πολλές φορές περνάει μέσα απ’ την τραγικότητα των εικόνων, κάνοντας τον αναγνώστη πότε να κλαίει και πότε να γελάει. Μαζί κι η ειρωνεία και η σάτιρα. Κι ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός. Και πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια έντονη κριτική ματιά, πολλές φορές αυστηρή, έστω κι αν είναι ντυμένη μ’ ανάλαφρα σατιρικά στολίδια. Εάν αντέγραφα από την παρουσίαση του βιβλίου, θα έλεγα ότι είναι μια συλλογή κειμένων απρόβλεπτων, ανόσιων, ανίερων, τρυφερών και σατιρικών, κειμένων ιλαροτραγικών, αλλά δεν θα το κάνω. Θα πω απλά, ότι τα από μια εικοσαετία κείμενα που συγκεντρώθηκαν στα «Τα λουστρίνια της παρέλασης», καραδοκούν, ανιχνεύουν, διαπιστώνουν (είτε χλευάζοντας, είτε νουθετώντας, είτε και τα δύο μαζί) εν παντί χρόνω και τέμνουν έναν ελληνικό λόγο που μας είναι χρήσιμος, για να μην κοιμόμαστε συνεχώς, πιστεύοντας ότι ο ύπνος είναι η μοναδική σταθερή μας αξία, ως ανθρώπων, ως πολιτών – για να μην πω ευρωπαίων πολιτών … Ένας αγαπημένος μου συγγραφέας, καθηγητής κοινωνιολογίας, ο Ζύγκμουντ Μπάουμαν, έγραφε σ’ ένα βιβλίο του : «Το ήθος αυτής της κοινωνίας διακηρύσσει : αν αισθάνεσαι άσχημα, φάε… Το μονοπάτι που οδηγεί στη σωτηρία είναι αυτό της βουλιμίας – κατανάλωσε και νιώσε όμορφα …», εννοώντας ότι το καταναλωτικό παιχνίδι σε ευρεία έννοια, δεν είναι τόσο η απληστία της απόκτησης και κατοχής ή η σώρευση υλικού πλούτου, αλλά η έξαψη πρωτόγνωρων πραγμάτων, η συλλογή δηλαδή αισθήσεων. Αυτή την συλλογή αισθήσεων των νεοελλήνων καταγράφει και σατιρίζει με χιούμορ [πολλές φορές με μαύρο χιούμορ] ο Κακουλίδης, πάντα άγρυπνος και επί ποδός, όπως και οι μετά την μεταπολίτευση νεοέλληνες μεσοαστοί και μη – συνέλληνες όπως τους λέει – που βρίσκονταν σε μια κατάσταση μόνιμης διέγερσης, επηρεασμένοι από την γοητεία της “Αγοράς”. Μέσα από τις 424 σελίδες του βιβλίου, με έναν διαφορετικό τρόπο και με μια “Κακουλίδειο” αμεσότητα, αυτή η συλλογή αισθήσεων, των όψιμων Ελλήνων νεοαστών, που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, εμφανίζεται ως μάσκα άσκησης της ελεύθερης βούλησης τους και που – χωρίς να το συνειδητοποιούν – παίρνει πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και προσωπικές διαστάσεις, αποδεικνύεται άδεια από αισθήματα, καθώς η μάσκα της δήθεν ελευθερίας μας, αποκαθηλώνεται. Τούτο είναι το μήνυμα που αναδύεται από τα «Τα λουστρίνια της παρέλασης». Κι αυτό πέρα και μετά το γέλιο, που θα σας χαρίσει επί 212 ημέρες, εάν υποθέσουμε ότι θα διαβάζετε από ένα κείμενο των δύο σελίδων την ημέρα. Έτσι σαν δόση ευεργετικού φαρμάκου, για την αντιμετώπιση της ιδιάζουσας κατάθλιψης εξ αιτίας των “αγορών”, που καθημερινά βιώνουμε. Τώρα, που μας έριξαν σε μια απέραντη ανοιχτή θάλασσα, χωρίς χάρτες και με βυθισμένες σημαδούρες. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Γιάννη Κακουλίδη, κατάλαβα, ότι ζούμε πλέον μόνον στον χρόνο, δηλαδή σε ένα αέναο παρόν, όπως είναι και τα κείμενα του, αφού ο χώρος, [στην περίπτωση μας η Ελλάδα, άντε και λίγο παραπέρα, η Νότια Ευρώπη] λόγω παγκοσμιοποίησης, δεν έχει πια καμιά σημασία.
******
Ελένη Πριοβόλου : Όπως ήθελα να ζήσω*
εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, [δεύτερη έκδοση], Αθήνα 2010, σελ. 574. (*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, # 24, Χειμώνας 2010-2011.
Ελλάδα 2010. Οικονομική (και όχι μόνο) κρίση. Οι αναγνώστες στις Λέσχες Ανάγνωσης ψηφίζουν ως καλύτερο βιβλίο της χρονιάς το μυθιστόρημα της Ελένης Πριοβόλου “Όπως ήθελα να ζήσω" και γράφουν (άλλοι αναγνώστες) για το βιβλίο στο διαδίκτυο, κοινώς στο internet : «Ιστορικά ακριβές, γλωσσολογικά άριστο, θαυμάσιας νοηματικής πλοκής. Συγχαρητήρια! Τίνα 12-9-2010» ή «Η Ελένη Πριοβόλου με το καινούργιο βιβλίο της “Όπως ήθελα να ζήσω", δεν σώζει μόνο την τιμή της ελληνικής λογοτεχνίας, που σε μεγάλο βαθμό έχασε το δρόμο της προς την κοινωνία, αλλά παραπέρα, με την αλληγορία του Ροδώνα της, μας δείχνει το δρόμο και για το πως θα μπορούσαμε να ζήσουμε σ’ ένα πολιτισμό της ανθρωπιάς, χωρίς φαυλοκρατία, τραπεζίτες, αφεντικά και καπιταλιστική βαρβαρότητα. Ελένη σε ευχαριστούμε και περιμένουμε το επόμενο βιβλίο σου. Κ. Λ. 13-12-2010» και εγώ ο άλλος αναγνώστης/κριτικός, μένω άφωνος με τις κρίσεις του κόσμου και την ακριβή εμβάθυνση των νοημάτων της συγγραφέως. Με το βιβλίο της αυτό, η Ελένη Πριοβόλου, δεν έγραψε απλά ένα μυθιστόρημα, αλλά και μια υποδόρια ιστορική μελέτη, για μια εποχή λίγο πολύ άγνωστη στους ανιστόρητους νεοέλληνες, που, ως ένα καλοδουλεμένο και ελκυστικό μυθιστόρημα, παραλληλίζει καταστάσεις που ήδη σήμερα βιώνουμε με άλλες αντίστοιχες εποχές κρίσεων, όπου οι βασικοί της ήρωες, επαναστατούν με τον δικό τους τρόπο, σπάζοντας τους τότε κοινωνικούς κανόνες. Ελλάδα λοιπόν, τέλη του 19ου αιώνα. Οικονομική κρίση. Οι ήρωες, το περιβάλλον, η μη χαρτογραφημένη χώρα της εποχής του Χαρίλαου Τρικούπη, η Αθήνα και η κοινωνία της τότε, είναι ο καμβάς στο νέο μυθιστόρημα της φίλης συγγραφέως. Ο μύθος θέλει το βασικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, να είναι ένας νέος με ωραίο παρουσιαστικό και χάρη στις επιχειρήσεις του πατέρα του στην Γαλλία να είναι και πλούσιος, ο οποίος αποφασίζει να έλθει στην πατρίδα του μαζί με την κόρη του Ροζίτα. Όμως μαζί του φέρνει και μια σειρά ποικιλιών από ρόδα, για να φυτέψει έναν ροδόνα κάτω από την Ακρόπολη, στον Κεραμεικό, αλλά και τις νέες ιδέες που κυριαρχούσαν τότε (19ος αιώνας) στην Ευρώπη. Όμως, η βαρύνουσα σημασία του βιβλίου και η σπουδαιότητα του, είναι ακριβώς τα ίδια τα γεγονότα, αφού η συγγραφέας καταφέρνει να συνθέσει με αυτά την εικόνα της αναπτυσσόμενης τότε αστικής τάξης του νεοελληνικού κράτους και ακόμα πιο κυρίαρχα, την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας, που στον αναγνώστη μεταφέρεται στην όμοια σημερινή κατάσταση των ζοφερών ημερών που ζούμε. Ακόμη, η σπουδαιότητα του συγκεκριμένου βιβλίου, πέρα από τα λογοτεχνικά του προτερήματα, έγκειται και στο ότι η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιείται στις σωστές της εκφάνσεις, υποβοηθώντας την απόδοση του κλίματος εκείνης της εποχής και γιαυτό θα πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα, τόσο στην συγγραφέα, όσο και στους επιμελητές της έκδοσης. Παράλληλα, το ιστορικό και ιδεολογικό βιτρό του μυθιστορήματος, αναπόφευκτα κυριαρχείται και πολύ έντονα, από την μαγνητική μορφή του βασικού ήρωα Ρωμαίου Αγγουλέ, ενός ελεύθερου ανθρώπου αντισυμβατικού, που αγαπούσε την καλή ζωή, αλλά και τις ρομαντικές και ουτοπιστικές ευρωπαϊκές ιδέες, που κυριαρχούσαν τότε. Εδώ, μαζί με την φαντασία, χρησιμοποιείται ως λογοτεχνικό μέσον και η ιστορική καταγραφή των τότε γεγονότων, απαραίτητη συνθήκη για την απόδοση των δρώμενων [τόσο του χρόνου, όσο και της καταγραφής της πραγματικότητας] σε μυθιστορηματική ροή, με μια αισθητική, που πηγάζει από την επί χρόνια αναζήτηση της συγγραφέως των ιστορικών, κοινωνικών και οικονομικών συγκυριών και περιστατικών, που θα της επέτρεπαν να αποτυπώσει το κλίμα της εποχής εκείνης μέσα στο κείμενο και τα τα μετατρέψει σε λογοτεχνία. Μέσα από τις 574 σελίδες του μυθιστορήματος “Όπως ήθελα να ζήσω», η Ελένη Πριοβόλου μας μεταφέρει σε εκείνη την ρομαντική, στην μια της όψη, εποχή, αλλά και στην σκληράδα της καθημερινότητας της οικονομικής κρίσης, στην άλλη της όψη, με έρωτες έξω από συνηθισμένα status της ελληνικής κοινωνίας, με πολιτικές ιδέες που ενοχλούσαν τους πουριτανούς αστούς της τότε Αθηναϊκής κοινωνίας και γενικά σε μια αποτύπωση στις λεπτομέρειες μιας Αθήνας, όπως ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά και τις γενικότερης ψυχολογίας των ανθρώπων της εποχής αυτής. Τελικά, η Πριοβόλου κατάφερε να κατακτήσει το αναγνωστικό κοινό, το οποίο και την αντάμειψε με το Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ του 2010.
*******
Γιώργος Μαρκόπουλος : Κρυφός Κυνηγός - εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2010. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #23, Φθινόπωρο 2010.
«Μετά των αγίων ...» για να αρχίσω από τον τίτλο των τελευταίων μικρών κομψών στίχων της τελευταίας συλλογής του Γιώργου Μαρκόπουλου, θα έπρεπε να καταταγεί (εννοώ αγίων ποιητών) ο Μαρκόπουλος, ίσως από τους πολύ λίγους που διατήρησαν τόσα χρόνια τις αρχές της ποιητικής του (μας) γενιάς του '70 με την ίδια καθαρότητα, όπως τότε, στην περίοδο της αγνής ποιητικής δημιουργίας. «Το φεγγάρι που ακολουθεί κατά πόδας το αεροπλάνο ζητώντας, σπαρακτικά λες, να μπει και αυτό μέσα». Κι εδώ είναι το ερώτημα ! Ζώντας [μεταφορικά ή ίσως και όχι] στο φεγγάρι ο ποιητής, παρακολουθούσε πάντα ένα «αεροπλάνο», μια τεχνολογική πρόοδο, μια κοινωνία παραπέουσα, κοινωνία σπατάλης και διαφθοράς, την σκληρότητα της καθημερινότητας και τόσα άλλα που βίωσε και βιώνουμε κάθε μέρα. Και ευτυχώς που το φεγγάρι του Μαρκόπουλου δεν κατάφερε να μπει σ’ αυτό το «αεροπλάνο» κι έμεινε να κοιτάζει απ’ τα φινιστρίνια τον κόσμο. Αν και στους «Πυροτεχνουργούς», όπως έγραψε ο Αλέξης Ζήρας, « … έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση γεμάτη υπόγειες διαβάσεις χωρίς τεχνάσματα και εύκολες λύσεις. Ζούμε τον “μικρόκοσμο” της ύπαρξης που περιέχει, όπως είναι γνωστό, σε μικρογραφία όλα τα μεγάλα και τερατώδη του μακρόκοσμου. Η θλίψη για την ανεπανόρθωτη πτώση του ανθρώπου, υλική και ηθική και η διάψευση των ονείρων που κάνουμε όλοι μας …», στον «κρυφό κυνηγό» ο ποιητής ανανεώνει ακόμη περισσότερο τα εκφραστικά του μέσα και μεταθέτει πλέον το βλέμμα του σε πρωτόγνωρα για την ποίηση του τοπία, χωρίς να μας δίνει πια ελπίδα ή έναν καινούργιο μύθο ή διεξόδους : «Η πυροσβεστική που βλέποντάς την τα παιδιά θαυμάζουν το νίκελ, το καμπανάκι, το υπέροχο κόκκινο και το μυαλό τους ποτέ δεν πάει στη μαυρίλα της πυρκαγιάς».
(«Μετά των αγίων») ή απ’ το σπονδυλωτό ποίημα «Νοσοκομείο» :
«Μεσάνυχτα τους κατεβάζαν, / χωρίς κανένας άλλος να πάρει είδηση. / Τους έγδυναν, τους έπλεναν, τους έντυναν με τα καλά τους / που οι συγγενείς είχαν από μέρες τρεις φέρει, / τους έκλαιγαν με κλάμα πνιχτό / ξένο, τους έκλαιγαν, στο κοιμισμένο παρεκκλήσι, / κι ύστερα τίποτα, σιωπή ύστερα. / Σαν τα επαρχιακά λεωφορεία του ΚΤΕΛ / έφευγαν, έφευγαν το πρωί οι νεκροφόρες.
Η ποιητική ματιά του Γιώργου Μαρκόπουλου, χωρίς να γίνεται νεκροφοβική, εισχωρεί πλέον σε άλλα επίπεδα, σε επίπεδα σιωπής, που την αναγάγει σ’ ένα δρώμενο εσωτερικής εμβάθυνσης, που πίσω όμως απ’ τον κάθε δριμύ στίχο του, σε όλη την τωρινή συλλογή, κρύβεται ένας κυνηγός άκρατης ευαισθησίας, της ευαισθησίας που συναντάμε στις παλιότερες ποιητικές συλλογές του. Αν και το ύφος και το στυλ έχει αλλάξει – σαν μια μεταμόρφωση του ποιητή – εν τούτοις ο γνωστός Μαρκόπουλος παραμένει στις δικές του αρχές, σε δεύτερο όμως επίπεδο. Η νατουραλίζουσα συχνά διάθεση (του) [όπως χαρακτηριστικά είχε πει ο ίδιος σε μια συνέντευξη του] ή το ηθογραφικό στοιχείο, που ακόμα από τους «Πυροτεχνουργούς» είχε αρχίσει να μειώνεται, στον «κρυφό κυνηγό» έχει εξαλειφθεί κι ο ποιητής ανακαλύπτει τον «άλλο του εαυτό», στις κρυφές πτυχές εσωτερικών πνευματικών διεργασιών, που δίνονται όμως εξωτερικά μ’ ένα σκληρό περίβλημα :
«Γλώσσα μοσχαρίσια, κρεμασμένη σε τσιγκέλι χασάπη, / Γλώσσα αρνιού σε σούπα μωρού. / Γλώσσα χοιρινή σε τραπέζι μπεκρήδων / Γλώσσα ανθρώπινη σε μικρή λεκανίτσα, / ύστερα από επέμβαση, σε μικρή λεκανίτσα χειρουργείου».
(«Νοσοκομείο» : ποίημα ΙΙ)
Ένα άλλο στοιχείο που διακρίνεται σε πολλά ποιήματα αυτής της τελευταίας συλλογής, είναι η «θλίψη» και η «μοναξιά», όχι πια για τις άσημες και αδύναμες υπάρξεις του κόσμου ή τις εξωτερικές ασχήμιες του κόσμου, αλλά πλέον για την ίδια την ύπαρξη του ποιητή.
«Που πήγαν όλοι, που χάθηκαν ; / Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, / το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν, / ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος, / ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος, / των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη, / που πήγαν, που χάθηκαν ; / Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε. / Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία, / ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους / κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες».
(«Οι παλιοί εαυτοί μου»)
Κι όμως, πέρα απ’ την σχέση του ποιητή με τον πάσχοντα εαυτό του, μια σχέση που από συγκεκριμένα γεγονότα ανακαλύπτει τον ακαθόριστο κόσμο μιας εσωτερικής άλλης διάστασης, ο Γιώργος Μαρκόπουλος χρησιμοποίησε μια διαφορετική σμίλευση στην ποίηση του, «πέρα μακριά στα σύννεφα». Αλλά μήπως ο Μαρκόπουλος έχασε πια τον γνωστό λυρισμό, που χρόνια μας προβάλει στον ποιητικό του λόγο ; όχι βέβαια :
«Με λέξεις που σκορπίζονται πανικόβλητες / όπως τα κατσίκια στην ξαφνική θέα του τραίνου / καθώς και με μια ψυχή σκοτεινή που όμως βλέπει πολλά / όπως το ένα, κλεισμένο στο φακό, μάτι των ρολογάδων / είμαι μόνος. / Είμαι μόνος και σε περιμένω».
(«Ένα κάποιο στείλε μου σήμα»)
Κάποτε, σε μια κουβέντα ο Γιώργος Μαρκόπουλος είχε πει : «Εγώ είμαι με τη μέρα. Δεν πιστεύω στο βράδυ, ψεύτικη είναι η νύχτα». Κι αυτή η φράση – που δεν είναι μόνο σλόγκαν – θα πρέπει να σηματοδοτήσει την αποφόρτιση των υπαρξιακών διλημμάτων που οδηγεί στην αρνητική όψη της ποίησης, όχι με την έννοια της μη καταγραφής τους, αλλά με την έννοια της ανάδειξης των τοπίων εκείνων που προβάλλουν τις φωτεινές σχισμές στον άχαρο – αλλά και πολλές φορές πολύ όμορφα ποιητικά – κόσμο που ζούμε. Και ζούμε. Κι αυτό που διακρίνω εγώ, πίσω απ’ τον «κρυφό κυνηγό», είναι το κυνήγι απ’ την μεριά του ποιητή μιας εσωτερικής ομορφιάς, που δεν τονίζεται μεν σ’ αυτά τα ποιήματα, αλλά υφέρπει, ξαναγυρίζοντας τον πίσω – όχι υφολογικά ή θεματολογικά – στην «Έβδομη Συμφωνία», όταν το 1968 έγραφε : «… στάθηκα στην καρδιά σου στα χαλάσματα μετά την καταιγίδα και κοίταζα». Κι ας τελειώσω με κάτι που θέλω να πω από καρδιάς στον Γιώργο Μαρκόπουλο : όπου υπάρχει ο ποιητικός λόγος, πάντα υπάρχει και περίσσευμα ζωής. Εξ άλλου εσύ Γιώργο το είπες : «… ώστε χαμογελούν τότε κάπως αυτοί, / ενώ το σώμα τους ανεβαίνοντας προς τα πάνω / και πάλι ανεβαίνοντας προς τα πάνω, / χρόνια, βάρος και αναμνήσεις πετά».
****
[15] Η ΝΟΣΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Enrique Vila-Matas :
- Η νόσος του Μοντάνο – [μτφ Γεωργία Ζακοπούλου] – εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 2006, σελ. 350.
-
Δόκτωρ Πασαβέντο – [μτφ Νανά Παπανικολάου- εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 2010, σελ. 349. (*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #22, Καλοκαίρι 2010.
"Μ' αρέσει να γράφω μόνο και μόνο για να γράφω", εξομολογείται ο Ενρίκε Βίλα-Μάτας, ο πιο σημαντικός εν ζωή Ισπανός συγγραφέας, στο μυθιστόρημα του Δόκτωρ Πασαβέντο, που έγραψε το 2005. Και όπως υπάρχουν ταξιδιώτες που ταξιδεύουν, όχι για την ανακάλυψη μακρινών χωρών, αλλά μόνο για την ικανοποίηση του ταξιδιού, έτσι κι εγώ – ανορθόδοξα – δηλώνω ότι μ' αρέσει να γράφω για να γράφω, με την έννοια ότι, σε αυτή την προσέγγιση του Ισπανού συγγραφέα Ενρίκε Βίλα-Μάτας, η προσπάθεια μου θα είναι το γράψιμο για το γράψιμο, αφού στο ένα από τα δύο του παραπάνω μυθιστορήματα, το «Η νόσος του Μοντάνο», ο συγγραφέας κυριολεκτικά αναφέρεται σε μια αρρώστια λογοτεχνική, ενσαρκώνοντας ο ίδιος την λογοτεχνία και δίνοντας μας με την φράση «μ' αρέσει να γράφω για να γράφω» έναν υπέροχο ύμνο σ' αυτήν την «νόσο της λογοτεχνίας», από την οποία υποφέρουν μεν οι διακονούντες αληθινοί συγγραφείς, αλλά – που περιέργως – δίνει σε όλους την μοναδική ελπίδα για την σωτηρία της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα υπέροχα αλλά περίεργα μυθιστορήματα του Βίλα-Μάτας, που θα προσπαθήσω να συνταιριάζω στην εξέλιξη αυτής της προσέγγισης, πέρα από τα τόσα βραβεία που έλαβαν, σηματοδοτούν τόσο θεματικά, όσο και αισθητικά μια άλλη αντίληψη για την συγγραφή, ένα ανεξιχνίαστο συγγραφικό μυαλό που, η έμπνευση και γραφή του είναι πολύ δυνατή για τον μέσο αναγνώστη ή δια μέσω του αναγνώστη. Αυτό το μυαλό απαιτεί, όχι απλώς ένα ευχάριστο διάβασμα, αλλά μια αποκρυπτογράφηση των δρώμενων των συγκεκριμένων μυθιστορημάτων. Διαβάζοντας με προσοχή και τα δύο αυτά έργα, βρήκα – και συγχωρέστε με αν σας φανεί παράξενο – μια καθ' ημάς αντιστοιχία με το βραβευμένο με το Athens Prize for Literature μυθιστόρημα «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» της Ιωάννας Μπουραζοπούλου. Αυτή βέβαια είναι μιά άποψη. Υποκειμενική και ίσως όχι φιλολογικά βαρύνουσα και ίσως στην ανίχνευση της να μην μπορεί κανείς να βρει εύκολα εκείνα τα στοιχεία που περιμένει να ταιριάζουν. Αλλά όμως, το μ' αρέσει να γράφω για το γράψιμο είναι κι αυτό υποκειμενικό, που κρύβει όμως ένα μεγαλείο. Το μεγαλείο της ανίατης νόσου της λογοτεχνίας που μπορεί να θεραπεύει. Όταν πρόσφατα ο συγγραφέας Enrique Vila-Matas, παρουσίασε το πιο πρόσφατο λογοτεχνικό έργο του «Dublinesca», στην Πόλη του Μεξικού στις 4 Μαΐου 2010, όπου αφηγείται την ιστορία ενός εκδότη προχωρημένης ηλικίας ο οποίος, μετά τη δημοσίευση πολλών από τους καλύτερους συγγραφείς στην πορεία μιας σταδιοδρομίας 30 ετών, ποτέ δεν κατάφερε να βρει έναν συγγραφέα που να θεωρήσει ως μεγαλοφυΐα της λογοτεχνίας, ο συγγραφέας βρίσκεται και πάλι στο προσφιλές του κλίμα, προσαρμοσμένο στα σημερινά ζητούμενα, όπως η παρουσίαση από τον ήρωά του ενός θρήνου για το τέλος της εποχής του Τύπου και την κυριαρχία της νέας εποχής του Διαδικτύου. Έτσι και στο «Montano» θεωρεί επίσης ότι η λογοτεχνία διανύει μια περίοδο αρρώστιας, αλλά όμως επιτρέπει μια αισιόδοξη ανάγνωση, παρ' όλο που φαντάζεται ότι ο ήρωας του είναι περιτριγυρισμένος από «εχθρούς της λογοτεχνίας». Ο πολύ υψηλού κύρους Καταλανός συγγραφέας (γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου του 1948 στη Βαρκελώνη) διαθέτει μια δυσοίωνη φαντασία. Την χρησιμοποιεί στην γραφή του, ιδιοφυής όπως είναι, με ένα μείγμα διαφορετικών ειδών, όπως κάνει και στα μεταγενέστερα μυθιστορήματα του Doctor Pasavento, Exploradores del abismo (2007) και Dietario (2008), που δεν κυκλοφορούν ακόμη στα Ελληνικά, απ' ότι γνωρίζω. Σε μια συνέντευξη του ο ίδιος είχε πει : «Αυτό είναι ένα βιβλίο στο οποίο περιγράφονται τα βιβλία, τα ταξίδια και οι εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής, σε μια διάσταση με τον ίδιο τρόπο, γι' αυτό και δεν είναι μεγάλη η διαφορά μεταξύ ζωής και μυθοπλασίας». Σχεδόν σε όλα του τα έργα, χρησιμοποιούνται φαινομενικά αντι-λογοτεχνικές φόρμες, όπου ο δημιουργός έχει την τάση να κάνει ότι μπορεί για να στηρίξει τη λογοτεχνία. Αυτή την όψη της, ο Enrique Vila-Matas είναι ο πρώτος που την μεταχειρίζεται ως ασθένεια. Με λίγα λόγια υποστηρίζει την λογοτεχνική γραφή με τον δικό του περίεργο και ιδιόρρυθμο τρόπο. Ο συγγραφέας προβάλει την ιδέα ότι η σύγχρονη λογοτεχνία είναι ένα μουτζούρωμα στο περιθώριο των μεγάλων έργων, γιαυτό και τα έργα του εμφανίζονται να είναι πρωτοποριακά, λανσάροντας ένα παράξενο νέο είδος : το λογοτεχνικό δοκίμιο ως μυθιστόρημα. Το βιβλίο του «Η νόσος του Μοντάνο», είναι ένα ωραίο παράδειγμα αυτού του είδους, όπως δηλαδή κάθε καλογραμμένο δοκίμιο θα μπορούσε να είναι θετικά γεμάτο εισαγωγικά, αναφορές και άλλα συμπτώματα έρευνας. Σε μια εποχή όπου όλο και περισσότερα είναι τα μυθιστορήματα που περιλαμβάνουν κατάλογο πηγών και υποσημειώσεων, τα βιβλία του Vila-Matas, ξεχωρίζουν τόσο για την αυστηρότητα τους, όσο και για την προβολή των πηγών τους, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του κειμένου. Ο Βίλα-Μάτας σκαλίζει τα κρισιμότερα ερωτήματα της γραφής : πώς δηλαδή γράφουμε, γιατί γράφουμε, τι μας χρειάζεται η λογοτεχνία, σε τι μας παγιδεύει. Εκείνο που διαποτίζει όμως αυτο το μωσαϊκό αυτοβιογραφικής, δοκιμιακής και μυθιστορηματικής γραφής είναι η διάχυτη ειρωνεία και η απομυθοποίηση των πάντων, τέχνες που εξ αρχής δηλώνει πως ανέκαθεν τον ενδιέφεραν. Τίποτα δεν γλιτώνει από την γραφίδα του, ούτε τα λογοτεχνικά κέντρα, ούτε τα πρόσωπα, ούτε κυρίως οι επιτηδευμένες πόζες των τεμπέληδων καλλιτεχνών και ποιητών, που το μόνο που κάνουν είναι να δείχνουν απελπισμένοι. Έτσι, με τον δικό του τρόπο, αγωνίζεται με την πράξη της λογοτεχνικής δημιουργίας, καθώς και με την εμμονή του να εμβαθύνει πάνω σε έργα προκατόχων του. Το σημαντικό στα βιβλία του, είναι πως είναι πολύ συνειδητά γραπτά, όχι μόνον ως γνώση του χρέους που οφείλουμε προς τους μεγάλους συγγραφείς- [Κάφκα, Μπέκετ, Gide μεταξύ άλλων] – αλλά και από την ανησυχία που πηγάζει από τον φόβο ότι μετά από 2.000 χρόνια, δεν θα μείνουν και πολλά να ειπωθούν. Στις αφηγήσεις του κάθε μυθιστορήματος, υπάρχει μια συνειδητή ταλάντευση μεταξύ αστειότητας και κατάθλιψης, μια λεπτή γραμμή μεταξύ σαρκασμού και θλίψης. Σε ποια πλευρά βρίσκεται όμως ο αφηγητής ; Δύσκολο να το πει κανείς. Ας πούμε, για παράδειγμα, ο αφηγητής του «Η νόσος του Μοντάνο» σε μια υπόθεση που υποψιάζεται ότι διεξάγεται μεταξύ της συζύγου του και του φίλου του, είναι αβέβαιο αν θα πρέπει να γελάμε με τα περίτεχνα αστεία ή να ανησυχήσουμε αν είναι αλήθεια ή δεν είναι. Η ιδέα ότι, αφού η ζωή του αφηγητή περιστρέφεται γύρω από τα βιβλία, δίνεται η αίσθηση ότι ο αφηγητής βάσιμα έχει πληρώσει ακριβά την οικειότητα τους με το γραπτό λόγο και γιαυτό έχει καταβληθεί από την εμμονή, την μοναξιά και την αποξένωση, και ίσως ζει με τη φοβερή υποψία ότι θα ήταν καλύτερα χωρίς βιβλία. Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ενότητες. Οι δύο πρώτες φαίνεται να είναι μια αφήγηση του, από την μία από την σκοπιά της φαντασίας και από την άλλη από την μεριά του πεζού λόγου. Η τρίτη είναι μια διάλεξη που αγνοεί την πραγματικότητα, βάζοντας ως στόχο την εφήμερη ιδιοτροπία της. Η τέταρτη είναι ένα ημερολόγιο του αφηγητή. Και η πέμπτη είναι η αναφορά των συγγραφέων, που καταλήγει στη φαντασία. Η πρώτη γραμμή του στο «Μοντάνο» είναι μια πρόκληση : «Στα τέλη του 20ου αιώνα, ο νεαρός Moντάνο, έχοντας μόλις δημοσιεύσει το ριψοκίνδυνο μυθιστόρημά του για την αινιγματική περίπτωση συγγραφέων που αρνήθηκαν τη γραφή, βρέθηκε πιασμένος στα δίχτυα της ίδιας του της μυθοπλασίας και μετατράπηκε, σε έναν συγγραφέα που, παρά την ψυχαναγκαστική κλίση του προς τη γραφή, βρέθηκε εντελώς μπλοκαρισμένος, παράλυτος, ένας τραγικός συγγραφέας ανίκανος να γράψει». Έτσι λοιπόν έχει ένα πρόβλημα: Ζει κυριολεκτικά με τις ιδέες των άλλων», γεμάτος «μνήμες» από διάσημους συγγραφείς, π. χ. του F. Scott ή βρίσκεται μέσα στο κεφάλι του Fitzgerald κ.α., που κατακλύζουν συνεχώς το μυαλό του και επηρεάζουν την γραφή του. Ο αφηγητής λοιπόν βρίσκεται με μια τέτοια ασθένεια. Μετά από 68 σελίδες, μας λέει ο συγγραφέας ότι όλα όσα μόλις διαβάσατε είναι ένα μυθιστόρημα, μια νουβέλα. Αλλά ήταν όλα φαντασία ; Μήπως μυθοπλασία σημαίνει απαραίτητα ότι είναι λάθος ; Έτσι από την συνέχεια προκύπτει ότι η γραμμή μεταξύ φαντασίας και μη είναι θολή. Σε αυτό λοιπόν το θόλωμα βλέπουμε, ένα όμορφο είδος γραφής : Άνθρωποι, τόποι, γεγονότα, πραγματικά περιστατικά που μετατρέπονται από μυθοπλασία σε μη μυθοπλασία, και στη συνέχεια πάλι να αλλάζουν, σε ένα βιβλίο που θεωρεί τα ημερολόγια των συγγραφέων ως έργα της λογοτεχνίας. Στο τέλος, το μόνο συγκεκριμένο πράγμα που είναι πρέπον να πούμε γι’ αυτό το βιβλίο, είναι ότι μπορεί όλα να είναι «αλήθεια». Εν τέλει, «Η ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος είναι μία εξαιρετικά συναρπαστική εμπειρία», όπως γράφτηκε στην εφημερίδα L’ Humanité. Το «El mal de Montano», όπως είναι τίτλος του μυθιστορήματος στα Ισπανικά, είναι ένα τολμηρό, προκλητικό και εξαιρετικό μυθιστόρημα». Στο «Δόκτωρ Πασαβέντο», ο Βίλα-Μάτας με μεγάλη ιλαρότητα, μεταλλάσσεται και αξιοποιεί περισσότερο τις αισθήσεις και τους μαιάνδρους τους. Ο Δόκτωρ Pasavento, είναι ένας αρκετά γνωστός συγγραφέας μυθοπλασίας, ο οποίος εξαφανίζεται, όπως η Αγκάθα Κρίστι, που μετά από 11 μέρες βρέθηκε. Προκειμένου να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο, ο Πασαβέντο πηγαίνει ένα ξαφνικό ταξίδι στη Σεβίλλη τον Δεκέμβριο του 2004, αλλά και στην Νάπολη και στη συνέχεια στο Παρίσι, όπου διαμένει στο ίδιο ξενοδοχείο στο οποίο στην πραγματική ζωή ο συγγραφέας τοποθετεί τους συγγραφείς του. Κανείς όμως δεν αναρωτιέται που είναι ο Πασαβέντο και κανείς δεν ανησυχεί εάν είναι καλά ή ψάχνει για τον ίδιο. Η αδιαφορία αυτή, κάνει τον ήρωα του μυθιστορήματος να συνειδητοποιήσει ότι είναι μόνος στον κόσμο, καθιστώντας την μοναξιά των συγγραφέων κύριο θέμα του μυθιστορήματος. Ως πρότυπο του ο Δόκτωρ Πασαβέντο δια του συγγραφέα είναι ο Ρόμπερτ Βάλζερ, συγγραφέας κι αυτός, που κατάφερνε να περνάει απαρατήρητος. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του προτύπου ήταν, η δυστυχισμένη ζωή που έκανε αλλά που την θεωρούσε όμορφη. Επιπλέον δε σιχαινόταν κάθε είδους εξουσία και κάθε είδους λογοτεχνικό μεγαλείο. Έτσι τελικά ο Πασαβέντο, αποσύρεται απ’ τον κόσμο, με έναν έξυπνο παραλληλισμό του Βίλα-Μάτας, που καταδεικνύει την τάση του γιατρού να κάνει τον γραφικό του χαρακτήρα ολοένα και πιο μικρό, οδηγώντας τον με αυτόν τον τρόπο στην εξαφάνιση, στην έκλειψη. Είναι η στρατηγική της παραίτησης, που τελικά τον φέρνει σε ένα ελβετικό φρενοκομείο, όπου ο Βάλζερ έζησε τόσα χρόνια απομονωμένος από τον κόσμο, και εξασκείται σε μια πολύ ασυνήθιστη τέχνη, την τέχνη τού να μετατρέπεσαι σε τίποτα. Ο Δόκτωρ Pasavento μπορεί μόνο να είναι μια προσέγγιση στις ίδιες έντονες ανησυχίες του συγγραφέα του, χωρίς όμως να βάζει σε κίνδυνο την προσπάθεια του, για την εκ νέου μετάθεση σε ένα μυθιστόρημα αντάξιο μιας ενδιαφέρουσας λεκτικής ενός μάγου της γλώσσας. «Εξουσία και όνειρο, συμμετάσχουν ειρηνικά στις γωνιές του μυθιστορήματος». Είναι γεγονός ότι η εξαφάνιση του συγγραφέα-ήρωα, είναι στον πυρήνα αυτού του μυθιστορήματος, ως ένας από τους μύθους και ένας από τους πιο φευγαλέους στόχους για έναν συγγραφέα ο οποίος, όπως ο Enrique Vila-Matas γράφει στο περιθώριο μεταξύ της αγωνίας και της συνείδηση του, για «την μοναξιά, την τρέλα, την σιωπή, την ελευθερία». Το «Δόκτωρ Πασαβέντο» είναι, με λίγα λόγια, ένα βιβλίο αφιερωμένο στο όνειρο, ανοικτό σε κάθε άνεμο της φαντασίας, σε κάθε άνεμο της άνοιας και της περιπλάνησης, όπως περιπλανώμενος είναι και ο ήρωας του βιβλίου.
*****
[14] ΣΠΙΝΘΗΡΕΣ ΚΑΛΩΔΙΟΥ (*)
ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ : «Σπινθήρες Καλωδίου»
εκδόσεις Τυπωθήτω [Λάλον Ύδωρ], Αθήνα 2010, σελ. 240
(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό poetix # 3, Άνοιξη 2010.
Η Λιάνα Σακελλίου έγραψε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού Poetix για το βιβλίο «Σπινθήρες Καλωδίου» : «Το ήλεκτρον τον συνάντησε στην Πλατεία Συντάγματος στο κέντρο μιας τεράστιας και βίαιης αντίφασης. Η ζωή έρεε προς την αθανασία, προς τα κλέη, προς τον μύθο. Ξαφνικά σπινθήρες εισβάλλουν ακάθεκτοι και χτυπόύν εκτυφλωτικά. Η στιγμή συναντά τον ποιητή και αποκτά διάρκεια μπαίνοντας στο ποιήμά του. Ο καταπληκτικός στίχος «Τι ήθελες εσύ στο Σύνταγμα» με την ήρεμη αμηχανία και με τη νύξη του Μπολιβάρ, μας στοιχειώνει.».
****
[13] ΜΕΤΑ ΤΟ ΗΧΟΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Γιάννης Κακουλίδης : Αναφορά στον κύριο Κωστάκη Πρου - εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ, Αθήνα 2009. * Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #21, Άνοιξη 2010.
Ο Γιάννης Κακουλίδης, ποιητής κι αυτός από τους πρώτους της γενιάς του ’70, μετά το ηχόχρωμα της ποίησης, μας δίνει μιαν «αναφορά» : ένα βιβλίο με διηγήματα, αφηγήματα και ασκήσεις γραπτού λόγου, όπως λέει ο ίδιος, με τίτλο «Αναφορά στον κύριο Κωστάκη Πρου», απ’ τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Αν και μερικά από τα διηγήματα αυτά, μου είναι γνωστά από τη δημοσίευση τους στο περιοδικό (δε)κατα, θα προσπαθήσω σε αυτό το κριτικό σημείωμα, να χαράξω την αίσθηση και το κλίμα που δημιουργούν τα διηγήματα του Γιάννη Κακουλίδη, ιδιαίτερα δε, η βιωματική «Αναφορά στον κύριο Κωστάκη Πρου», που αποτελεί και το πρώτο διήγημα, ως υπόστρωμα των λοιπών διηγημάτων του βιβλίου : «Μπέμπα», «Πράσινο», «Έχουν πάντα άδικο οι νεκροί …», «Μπανάλ», «Delete», κ.λ. και το καταπληκτικό με τον τίτλο «633-333». Είναι γεγονός – όπως έχω ξαναγράψει – ότι, μια συλλογή διηγημάτων, δεν κάνει και μεγάλη αίσθηση, αφού οι εκδόσεις αυτού του είδους δεν είναι και πολύ συχνές, μέχρι να τα διαβάσει κανείς. Όμως, διαβάζοντας τα διηγήματα του Κακουλίδη, αυτή η αίσθηση ανατρέπεται, αφού η ωριμότητα της γραφής του εδώ συγγραφέα, δικαιώνει αυτή την έκδοση των είκοσι διηγημάτων της συλλογής. Το βιβλίο περιλαμβάνει διηγήσεις «κατ’ αναφορά στον κύριο Κωστάκη», ο οποίος, όταν ο συγγραφέας ήταν μικρός, προφήτευε : «Θα γίνετε συγγραφεύς εις το μέλλον και θα ασκήσετε βιωματικήν λογοτεχνίαν. Αρκεί να προσπαθήσετε πολύ να κατακτήσετε τον τίτλον του λογοτέχνου». Και συμπληρώνοντας είπε :«Συγγραφεύς είναι εύκολο να γίνει κάποιος. Λογοτέχνης, όμως …». Το θαυμάσιο στα διηγήματα του Γιάννη Κακουλίδη, είναι ότι, αναδεικνύει μέσα από αυτά, την ανατομία ενός ελεύθερου λογοτεχνικού λόγου – με την οποία δικαίωσε την προφητεία του Κυρίου Πρου, αφού τα δείγματα γραφής του, με την τολμηρότητα και τη διαφορετικότητα της, από διήγημα σε διήγημα, προβάλουν μια μοντέρνα λογοτεχνική κατάθεση λόγου, με ωμή γραφή, χωρίς συμβιβασμούς και καλολογικά πρότυπα, αλλά και με μια καλά υποκρυπτόμενη ευαισθησία : «… μ’ αγκάλιαζε η μαμά μου και μου ‘λεγε : Μην κλαίς γιατί θα μαραθούν τα λουλουδάκια …. αφού δεν θα ‘χουν πως να ποτιστούν τώρα που διώχνεις απ’ τα ματάκια σου το νεράκι που τόσο έχουνε ανάγκη …».. Πράγματι, διαβάζοντας π. χ. τη «Μπέμπα», μια ιστορία εφήβων σε ένα μπουρδέλο, διαβάζουμε : «… Μετά του επιστρέφει το πενηντάρικο και του χαϊδεύει τα μαλλιά. “Να ξανάρθεις όταν μεγαλώσεις” του λέει …. Παρά ταύτα, συνεχίζει ν’ αστράφτει…». Έτσι πορευόμενος ο κύριος Κακουλίδης, στα ώριμα του λογοτεχνικά μονοπάτια, δεν ξεχνάει το στυλ των ομολόγων του της Γενιάς του ’70, είτε γράφει ποίηση, είτε διηγήματα, είτε καταγίνεται με ασκήσεις – γενικώς – γραπτού λόγου, αφού τα περιεχόμενα στο συγκεκριμένο βιβλίο διηγήματα, βρίσκονται σε συνάρτηση με τα αντίστοιχα κοινωνικά και έμμεσα πολιτικά περιέχοντα. Δηλαδή, πέρα από το αποτέλεσμα των αισθητικών ρευμάτων της δημιουργίας τους, συν-διαμορφώνονται σε αυτά και οι σχετικοί κοινωνικοί και πολιτικοί ή και μερικές φορές, πολιτισμικοί όροι της συγκεκριμένης εποχής που αναφέρονται, διαμορφώνοντας έτσι ένα αντίστοιχο πλαίσιο της ιδιαίτερης λογοτεχνικής εικόνας της πρόσφατης εποχής. Και με τις δημιουργίες του αυτές ο Κακουλίδης, περιμένει από τους αναγνώστες του να τον βαθμολογήσουν. Άραγε, εάν ζούσε ο κύριος Κωστάκης Πρου, δεν θα του έβαζε άριστα ; Πιστεύω πως ναι, αφού η καταγραφή της πραγματικότητας (είτε του χθες, είτε του σήμερα), όταν ανάγεται σε λογοτεχνική «αναφορά», είτε προς το πρόσωπο του βασικού του ήρωα, είτε προς εμάς, αναδεικνύεται σε τέχνη επικοινωνίας του συγγραφέα με την κοινωνία, σε μια αυθεντική πνευματική επαφή με τον αναγνώστη, γιατί η τέχνη της ανάγνωσης, είναι ανάλογη με την τέχνη της γραφής. Κι αυτό το πέτυχε ο Γιάννης Κακουλίδης, γνωστός και καλός μάστορας του λόγου, να μας δώσει την αίσθηση του “πραγματικού”, μέσα σε μυθοπλαστικά πλαίσια :- «… Μπαίνουμε. Είναι γυμνή στο κρεβάτι. Εγώ γυμνός όρθιος μπροστά της, να κοιτάω τη στύση μου καθώς της φιλάω τα χέρια …. Μα δεν προλαβαίνω ν’ αγγίξω το θείο κορμί. Η πόρτα πάει να σπάσει απ’ τα χτυπήματα … “το Ηθών … Ήρθε το Ηθών …». ‘Η αλλού : «Ο λόγος που επέλεξε το σπίτι στην εξοχή είναι πολύ πεζός … Δε σχετίζεται με τη φυσιολατρία ή … της αποστασιοποίησης απ’ το αστικό …δέον … Ο λόγος που επέλεξε το σπίτι στην εξοχή είναι για να μπορεί ν’ απολαύσει ελεύθερα τον έρωτα με το PC του …». ‘Η στο «Με κουστούμι και γραβάτα» :
- «Μέχρι το βράδυ που άρχισε η απαγόρευση της κυκλοφορίας, μάθαμε τα πάντα . Ή σχεδόν. Κάποιος Κόλλιας, κάποιος Μακαρέζος, κάποιος Πατακός κι ένας που ‘ριχνε ζάχαρι στα τανκς. Παπαδόπουλος. … Και ο βασιλιάς, τι κάνει ; Ότι έκανε πάντα : το μαλάκα. …Βάζω στο πικάπ το δίσκο μετην Αρλέτα … πού ‘χε μουσική του Νότη Μαυρουδή και στίχους δικούς μου … Σάββατο απόγεμα, κλέψαν την άνοιξη / Κι έκλεισαν τον πρώτο φυλακή» Αυτόν τον γυμνό, αλλά και τον έμμεσο πολιτικό λόγο του ποιητή – λογοτέχνη – πολιτικού Κακουλίδη, ο οποίος με την άρτια και συνεπή τεχνική του, πράγματι φέρνει έναν άλλο αέρα στο ελληνικό διήγημα, ο Κύριος Κωστάκης Πρου, ως λόγο ελεύθερο και αφτιασίδωτο, θα τον βαθμολογούσε – σίγουρα πια το πιστεύω – με άριστα.
****
[12] Η ΑΓΙΑ ΠΟΡΝΗ
Γιώργος Χρονάς : Η Γυναίκα της Πάτρας [διηγείται η Πανωραία] - εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ, Αθήνα 2009.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #21, Άνοιξη 2010. © Πάνος Καπώνης
Ο Γιώργος Χρονάς, με την έκδοση του βιβλίου «Η Γυναίκα της Πάτρας» από τις εκδόσεις οδός Πανός, έχει προσφέρει στα ελληνικά γράμματα, μέσα από την αφήγηση της μοναδικής ηρωίδας του Πανωραίας, ένα έργο μοναδικό, που όμοιο του, απ’ ότι γνωρίζω, δεν έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια στην πεζογραφία μας. Αυτό το λέω – αν και δεν το συνηθίζω – από την αρχή αυτού του σημειώματος. Ο Χρονάς, που κατέγραψε λέξη προς λέξη τη ζωή μιας άγνωστης και αμόρφωτης γυναίκας από την Πάτρα, της Πανωραίας, μιας σύγχρονης Αφροδίτης, μας χάρισε μια μοναδική εμπειρία λόγου – γυμνού και αληθινού – χωρίς ενδοιασμούς και υποκρισίες, χωρίς η αλήθεια να υποτάσσεται στον μύθο, ούτε ο μύθος να διεκδικεί το φανταστικό. Οι εμπειρίες μιας γυναίκας του λαού, τα πάθη και οι πόθοι, οι ταλαιπωρίες και η φτώχεια, η Ελλάδα των δεκαετιών του ’50, του ’60, του ’70, η υπόγεια καταγραφή των κοινωνικών δομών και των πολιτικών καταστάσεων εκείνων των εποχών, αλλά κυρίως το υπόστρωμα μιας σκληρής και ανελέητης πραγματικότητας που αναδεικνύεται μέσα από την καθομιλούμενη ελληνική γλώσσα, που παρ’ όλη την τραχύτητα της ρέει αβίαστα και με τρυφερότητα. Ο συγγραφέας Χρονάς πίσω από την συγγραφέα Πανωραία, ονόμασε το «Η Γυναίκα της Πάτρας» βιογραφία. Η δική μου άποψη είναι ότι, μέσα από τα εμφανή χαρακτηριστικά της εν δυνάμει βιογραφίας, ξεπηδάει μια αριστοτεχνική μυθιστορηματική δομή ενός αλλιώτικου τολμηρού λογοτεχνικού έργου. Η αυθεντικότητα της αφήγησης, χαράσσει μια ασπόνδυλη δομική πορεία, σε βαθμό που ο αναγνώστης δυσκολεύεται – διαβάζοντας το – να βάλει τελεία. Δεν σταματάει η ανάγνωση της ιστορίας της «Γυναίκα της Πάτρας», αλλά συνεχίζεται απνευστί μέχρι το τέλος και παράλληλα εισέρχεται κανείς σε ένα βασανισμό σκέψεων και προβληματισμών – αφού μόνο στην σκέψη μπορεί να είναι ο αναγνώστης απόλυτα ελεύθερος – βλέποντας πια με το πνεύμα του τα εκατοντάδες « Γιατί ;»που ζωγραφίζονται επίμονα στις κόρες των ματιών του. Η αφήγηση ξεκινάει από τον ξεριζωμό των προσφύγων του Πόντου, «Αρχινάμε ; Λοιπόν κοίταξε να δεις, θα προσέξουμε πολύ, γιατί η εκπομπή μου αυτή πρέπει να γίνει με κάθε λεπτομέρεια, διότι είναι το βίος μου. Είναι η ζωή μου …. Οι γονείς μου ήτανε πρόσφυγες από Κερασούντα και από Τραπεζούντα. Πολύ πλούσιοι …», μεταφέρεται στην Άμφισσα και το Αίγιο «Ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν στην Άμφισσα. Αρχοντάνθρωποι και μπορούμε να πούμε φιλελεύθεροι, ούτε θέλανε άκρη-άκρη κομμουνισμό, ούτε βασιλιάδες, χούντες και τέτοια …», όπου αρχίζει η φτώχεια «Όταν τελικά οι γιατροί του φάγανε όλα τα λεφτά του μπαμπά μου, του είπανε, άντε στην ευχή του Θεού, τώρα αναλαμβάνει ο Θεός κι όχι εμείς…», οι ταλαιπωρίες και τα βάσανα «Δεν είχε κλείσει 4 μέρες πεθαμένος ο πατέρας μου κι απ’ την κακία της, απ’ τη ζήλεια της η μητριά, τραβάει τα σκουλαρίκια και μου τα κόβει μαζί με τ’ αυτιά μου …». Έρχεται το δεύτερο αντάρτικο, η Πανωραία παντρεύεται, 10 χρονών ήτανε κι ο άντρας της 16, «αλλά δεν ξέραμε από έρωτα …» λέει η Πανωραία… Φυσικά, δεν πρόκειται να αντιγράψω όλο το βιβλίο, αλλά ενδεικτικά, για τη συνέχεια της ιστορίας, πρέπει να αναφερθώ στα μετέπειτα χρόνια μέσα στην επταετία, όπου μετά την δολοφονία του άντρα της, το 1951 μετακομίζει στην Πάτρα. Εκεί αρχίζει η μεγάλη της περιπέτεια, η οποία αποτελεί την ραχοκοκαλιά του έργου, σε αναδρομές παρελθόντων καταστάσεων, εκεί πλέον, όπου, όπως τρέχει η αφήγηση, λέει η Πανωραία «Χαρμανιασμένη εγώ από φαΐ και ηδονή. Η κοιλιά μου πείναγε για φαΐ και η σάρκα μου για σάρκα …», 19 πια χρονών, «πέφτει στην αμαρτία» στην αγωνιώδη προσπάθεια της να ζήσει αυτή και τα παιδιά της. Αποσπάσματα – διαχρονικά και χωρίς σχόλια – από το έργο :- «Ερχόντουσαν όλοι της Ασφαλείας, αξιωματικοί του Ναυτικού, της Αεροπορίας μέχρι Πτέραρχοι και πιλότοι, άσε που πλάκωσε όλη η Αγγλία, ήτανε Εγγλέζοι κάτω κι οι Αμερικάνοι δόκιμοι στον Άραξο. Πάρα πολύ ωραία παιδιά, Ερχότανε ο καλύτερος κόσμος, διοικητές και τέτοιοι. Στην ιστορία αυτή μου ‘ρχεται κι ο γέρο-Λαδόπουλος…».
- «Τελικά, νοικιάζω ένα σπίτι μεταξύ Σφαγείων και Ιτιές, γιατί ήμουνα καθαρή και τό ‘χανε τιμή να νοικιάσει το σπίτι μια πόρνη, γιατί τα παίρνανε τα λεφτά τους ….».
- «Μετά τα πολλά βάσανα έφτασε το 1969… Ήμουνα πολύ ωραία, πήγαινα στα πανηγύρια, εχόρευα, τραγούδαγα, εγλένταγα … Μόνο δεν έπινα, δεν έχω πιεί, δεν έχω καπνίσει τίποτα ποτέ στη ζωή μου … εγώ έμπλεξα με την Ένωση Κέντρου, από 16 χρονών που ήρθαεδώ…. Επειδή έμπλεξα με την Ένωση Κέντρου και ήμουνα αντιθέτου η Ασφάλεια με τράβαγε στις 9 η ώρα το πρωί και στις 4 το απόγευμα, έπρεπε να δίνω το παρόν, γιατί ήμουνα με την Ε. Κ. Με βρίζανε χυδαία, με χτυπάγανε …».
- «Από το 1966 μέχρι το ’76, 10 χρόνια δηλωμένη, επέρασε εφτά φορές ο στόλος. Αμέτρητοι. 140 άτομα … Όταν έφτασα σε φάση 136 άτομα, μου λέει αυτός που μου βάσταγε τα πόδια, για όνομα του Θεού … εσύ έχεις κάνει συμβόλαιο με το Θεό ή με το διάολο … αυτή την εποχή είναι πιο δυναμικός ο διάολος και πραγματικά το Σύστημα είναι Σατανικό, αυτά που γίνονται δεν είναι του Κυρίου μας ….».
- «Ακόμα και με ομοφυλόφιλους είχα κάνει έρωτα. Καλά παιδιά, θερμά παιδιά. Είχα κανά τεσσάρι που ήτανε παντρεμένοι …».
- «… από κάτω ήτανε ένα ποτάμι κι εγώ είχα πάρει δύο τσιγγάνους, ωραία παιδιά, βίζιτα, και τον έχω μέσα και κάνω την δουλειά μου κι από πάνω η παπαδιά, σ’ ένα παραθυράκι και ψέλνει … “πάντα προστατεύεις αγαθών και αδικομένων ειρήνην, πονεμένων την γαλήνην …” , επειδή ήμουνα αγαθή, είχα αγαθή καρδιά …».
- «Ο Ιησούς Χριστός δεν άρπαξε το καμουτσίκι και μπήκε και τους λέει, ρε καθάρματα αρχιερείς και ιερείς όξω ρε από τον οίκο του πατρός μου … Βαρούνε την καμπάνα … κάνε τη δουλειά σου, μου λέει … Δεν υπάρχει τίποτα κυρά μου, μου λέει, μεροκάματο πάμε , μου είπε ο Μεσολογγίτης ο παπάς …Μεγάλη Πέμπτη, που ήταν τα 12 Ευαγγέλια κι εγώ έκανα έρωτα με τον παπά … Μετά από 4 μήνες, μαθαίνω ότι σκοτώθηκε ο παπάς … πήγαινε απέναντι με το φέρυ-μπώτ στο Ρίο κι έπεσε η πόρτα του φέρυ-μπώτ …». Αυτός ο καθαρός, γυμνός και τραχύς λόγος της ηρωίδας, της «Γυναίκας της Πάτρας», έχει μια αγνότητα που ξεσκεπάζει τον βρώμικο ιστό της κοινωνίας, μέσα από τον οποίο η πόρνη καθαγιάζεται ως άλλη Μαγδαληνή : «Δεν έχω πειράξει κανένανε, δεν έχω χωρίσει ανδρόγυνα, δεν έχω πει ψέματα, δεν έχω ψευδορκιστεί, με τα γατιά κοιμάμαι … με τα ζωντανά μου, τ’ αγαπάω τα ζώα πολύ … Το πρωί … πάω στον Ιησού Χριστό, Χριστέ και Κύριε βοήθησέ με. Δε ξέρω λάθος δρόμο πήρα, στραβό, ίσιο, αλλά νομίζω ότι πάνω απ’ όλα υπάρχει μια ανωτέρα δύναμις, αυτό το πιστεύω και ποντάρω εκεί … Ποτέ δεν μ’ ένοιαξε τι είπε ο κόσμος εφ’ όσον η συνείδησή μου ήταν καθαρή !».
****
[11] Η ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Χάρολντ Μπλουμ : Ο Δυτικός Κανόνας - εκδόσεις GUTENBERG
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #20, Χειμώνας 2009-2010. © Πάνος Καπώνης Από το πρώτο ξεφύλισμα των σελίδων του «Δυτικού Κανόνα» του Αμερικανού κριτικού και καθηγητή του Πανεπιστημίου του Γιέιλ Χάρολντ Μπλουμ, αποκόμισα την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα σπουδαίο έργο γύρω από την αναγκαιότητα και την αξία ενός λογοτεχνικού Κανόνα, δηλαδή την αξιολόγηση της λογοτεχνίας βάσει κανόνων κοινής αποδοχής και την πρόκριση μιας σειράς έργων που συνιστούν αδιαφιλονίκητα μεγέθη και όρια της λογοτεχνίας, όπως γράφει για το έργο αυτό ο καθηγητής αμερικανικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ουίλιαμ Σουλτς. Θα έλεγε κανείς ότι το βιβλίο αυτό απευθύνεται σε εξειδικευμένο αναγνωστικό κοινό, σε φιλολόγους και εκπαιδευτικούς, ειδήμονες της λογοτεχνικής παιδείας, μια που ο υπότιτλος του έργου αναφέρει «Τα Βιβλία και τα Σχολεία των Εποχών». Όμως, παρ’ όλο που αυτό εν μέρει μπορεί να ισχύει, θεώρησα ότι ένας υποψιασμένος αναγνώστης, μπορεί να αντηληφθεί από την ανάγνωση και κυρίως από την μελέτη του σπουδαίου αυτού έργου – ανεξάρτητα εάν συμφωνεί ή διαφωνεί με τις επιλογές του συγγραφέα του – πολύτιμες κριτικές και όχι μόνο γνώσεις, ιδιαίτερα για την αποστασιοποίηση από τα κλασσικά έργα της λογοτεχνίας των επιφορτισμένων για την διδισκαλία της δυτικής παιδείας, και όχι στενά της αμερικανικής, αλλά των αναγνωστών που σέβονται τον αγώνα για τη διάσωση της δυτικής λογοτεχνίας. Από την αρχή όμως θέλω να ξακαθαρίσω κάτι : δεν προσπάθησα να προσεγγίσω το έργο του Μπλουμ ως φιλόλογος, γιατί δεν είμαι, αλλά ως επιμελής αναγνώστης λογοτεχνίας, που βρήκε ελκυστικό το γεγονός της προσπάθειας σήμανσης και αξιολόγησης των λογοτεχνικών έργων του δυτικού πολιτισμού και του οποίου η περιέργεια για τα επιχειρήματα που χρησιμοποίηθηκαν γι’ αυτή την καταγραφή ήταν πολύ μεγάλη, έχοντας υπόψη τις κατά καιρούς συγκρούσεις και διαμάχες εκείνων, που κάθε φορά οριοθετούν με κοινωνικά, πολιτικά ή άλλα κριτήρια – και όχι αισθητικά – την λογοτεχνία (παλιό- καινούργιο, κλασσικό-μοντέρνο κλπ) και κατ’επέκταση την κατεύθυνση που δίνεται μέσα από την εκπαίδευση στους νέους ανθρώπους. Όμως, κατ’ ακολουθία επίσης, των παραπάνω, θα προσπαθήσω με ένα παράδειγμα να καταστήσω σαφή τη θέση μου απέναντι στον «Δυτικό κανόνα» : Τον Μάρτη του 2005 επισκέφτηκα το Μουσείο του Καΐρου. Ανάμεσα στα πρώτα κεντρικά εκθέματα, βρισκόταν μια πυραμίδα ύψους τριών μέτρων περίπου, από πρασινογάλαζο γρανίτη, τέλεια λειασμένη, με χαραγμένα και στις τέσσερις πλευρές της αιγυπτιακά σύμβολα και ιερογλυφικά. Εντυπωσιασμένος στάθηκα μπροστά σ’ αυτό το αριστούργημα των χιλιάδων χρόνων και ρώτησα τον ξεναγό μας, τον Μωχάμεντ – που μιλούσε τέλεια Ελληνικά, αφού είχε σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – για την προέλευση της πυραμίδας. Μου απάντησε ότι, ήταν μία από τις απολήξεις δύο εκ των πυραμίδων, που διασώθηκαν. Τότε αυθόρμητα, ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο χαραγμένο σύμβολο της Ζωής των Αρχαίων Αιγυπτίων κι εκεί στάθηκα για πολλή ώρα. Η αίσθηση αυτής της αφής, σαν πνευματικό τατουάζ, υπάρχει ακόμη μέσα μου, χωρίς να γνωρίζω ή να θέλω να εξηγήσω κάποια πράγματα, γιατί δεν είμαι Αιγυπτιολόγος. Με ένα τέτοιο περίπου παραπλήσιο – όχι βέβαια της ίδιας υπερβατικής έντασης – συναίσθημα ένοιωσα την σπουδαιότητα του συγκεκριμένου βιβλίου, πέρα από τα εν δυνάμει λογοτεχνικά του προτερήματα, διαβάζοντας τον αιρετικό Χάρολντ Μπλουμ, που αμφισβήτησε την παραδοσιακή κριτική του καιρού μας. Ο «Κανόνας» του Μπλουμ αναδύει μια αίγλη που θυμίζει την ιερότητα των θρησκευτικών κανόνων (εισαγωγή Δ. Αρμάου), παρ’ όλο που έδωσε και δίνει έδαφος αμφισβήτησης των κριτηρίων της κατάρτισης του, όμως, δίνει την ευκαιρία για έναν διάλογο πάνω στην όποια ιεράρχηση των ξεχωριστών κλασσικών έργων της δυτικής, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνικής παραγωγής. Και με αυτή την έννοια λειτουργεί ως πρόταση-έναυσμα του αισθητικού, κατά βάση, κριτηρίου για τον χαρακτηρισμό μιας ιστορικής διαλογής των λογοτεχνικών έργων, μέχρι τις μέρες μας. Η βάση της καταγραφής του «Κανόνα» είναι μια διαφοροποίηση της «αισθητικής αξίας»του Καντ, η οποία αναπόφευκτα κυριαρχείται από την ιστορική των παλαιότερων θεωριών, που ο συγγραφέας την αρχίζει από τον Δάντη για να καταλήξει στον Σάμιουελ Μπέκετ. «Έτσι, ξεκινώ από την Αριστοκρατική Εποχή» γράφει στον πρόλογο του, «με τον Σαίξπηρ, αφού αποτελεί την κεντρική φιγούρα του «Δυτικού κανόνα» … μέχρι πολλούς από τους συγγραφείς που επηρεάστηκαν απ’ αυτόν – Μίλτον, Δρ. Τζόνσον, Γκέτε, Ίψεν, Τζόις και Μπέκετ, μεταξύ αυτών – καθώς επίσης και εκείνους που προσπάθησαν να τον αρνηθούν, κυρίως τον Τολστόι, αλλά και τον Φρόιντ». Ο Χάρολντ Μπλουν εξηγεί ότι η επιλογή των είκοσι έξη συγγραφέων έγινε με βάση την μεγαλοσύνη τους και την αντιπροσωπευτική τους ιδιότητα. Ο «Κανόνας», επιμένει ο Μπλουμ, «αν τον δούμε σαν σχέση ενός εξειδικευμένου αναγνώστη και συγγραφέα, με ότι έχει διασωθεί από όσα έχουν γραφτεί, και ξεχάσουμε τον κανόνα σαν κατάλογο βιβλίων προς μελέτη, θα φανεί ταυτόσημος με την λογοτεχνική Τέχνη της Μνήμης, αντί με την θρησκευτική έννοια του «Κανόνα». Η Μνήμη ήταν ανέκαθεν τέχνη, ακόμη κι όταν λειτουργεί παρά τη θέληση μας». Αναφερόμενος ξεχωριστά ο συγγραφέας στην εκπαιδευτική πλευρά της λογοτεχνίας, διατυπώνει την άποψη ότι η διδασκαλία, θα πρέπει να είναι πιο επιλεκτική, με την αναζήτηση εκείνων των ολίγων που έχουν την ικανότητα να γίνουν αυτόφωτοι αναγνώστες και συγγραφείς. Και αυτό, πέρα από την αξία που έχει για τους εκπαιδευτικούς, προβάλλει και ως υπόδειξη προς τους συγγραφείς του σήμερα και του αύριο. Βέβαια, δεν θα μπορούσε ο Μπλουμ να μην αναφερθεί στα θέματα που άπτονται των κινήτρων ή αιτιών που επιδρούν στην δημιουργία των λογοτεχνικών έργων και φυσικά της ποίησης, όπως ο δυτικός ακαδημαϊσμός θέλει να προσδιορίσει, κοντολογίς υποστηρίζοντας ότι η αισθητική αντίληψη και αξία, προσδιορίζεται από την κυρίαρχη κοινωνική τάξη, τις ιδεολογίες, οικονομικά ζητήματα – όπως ο Αντόνιο Γκράμσι θεωρούσε – μπερδεύοντας το ερέθισμα με την μέθοδο κατανόησης της αισθητικής αξίας, που, κατά τον συγγραφέα, είναι μόνον ο «υποκειμενικός εαυτός». Η μελέτη της λογοτεχνίας, γράφει ο Μπλουμ, δεν θα σώσει κανέναν άνθρωπο, ούτε θα βελτιώσει καμία κοινωνία. Ο Σαίξπηρ δεν θα μας κάνει χειρότερους, αλλά θα μας μάθει «πως να ακούμε τον εαυτό μας, όταν μιλούμε μαζί του» και πως ίσως μπορέσει «να μας διδάξει πως να δεχτούμε την αλλαγή στους εαυτούς μας και τους άλλους». Στο ογκώδες αυτό έργο, παρουσιάζονται ως καταγραφή στις αντίστοιχες εποχές, όπως ονομάζονται [Αριστοκρατική, Δημοκρατική και Χαοτική] οι συγγραφείς με επιλεγμένα αντίστοιχα έργα τους : Σαίξπηρ, Δάντης, Θερβάντες, Μονταίν, Μολιέρος, Μίλτον, Τζονσον, Γκέτε, Γουόρντσγουορθ, Τζέιν Όστεν, Ουώλτ Γουίτμαν, Έμιλυ Ντίκινσον, Ντίκενς, Τζώρτζ Έλιοτ, Τολστόι, Ίψεν, Φρόιντ, Προυστ, Τζέημς Τζόις, Βιρτζίνια Γουλφ, Κάφκα, Μπόρχες, Νερούδα, Φερνάντο Πεσσόα, Μπέκετ. Στο 23ο κεφάλαιο με τίτλο «Ελεγειακός Επίλογος», ο Μπλουμ εξομολογείται, ότι η πρόθεση του δεν είναι να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα ανάγνωσης δια βίου, αλλά ελπίζει πως θα υπάρχουν αναγνώστες που θα συνεχίζουν να διαβάζουν, σε πείσμα της διάδοσης των νέων τεχνολογιών ψυχαγωγίας. Το βιβλίο του δε, δεν το απευθύνει σε πανεπιστημιακούς δασκάλους, αλλά στους κοινούς αναγνώστες, που όπως πιστεύει, δεν έχουν εκλείψει και μπορούν να φανούν δεκτικοί σε προτάσεις για το τι μπορούν να διαβάσουν. Το μήνυμα του Bloom με αυτό του το βιβλίο είναι : «Επιστρέφω σε σας για να σας πω, όχι τι να διαβάσετε ή πως να το διαβάσετε, αλλά να σας πω για εκείνα που έχω διαβάσει και πιστεύω πως αξίζουν να ξαναδιαβαστούν που ίσως να είναι και η μόνη πραγματική οδός για τον κανόνα και το κανονικό». Και «προφητεύει» απαισιόδοξα ότι, τα κορυφαία και άλλοτε εκλεκτά πανεπιστήμια και κολλέγια, θα συνεχίσουν να προσφέρουν κάποια μαθήματα στον Σαίξπηρ και τον Μίλτον και τους ομοτέχνους τους, αλλά θα διδάσκονται από μικρά τμήματα …, κάτι ανάλογο με την σημερινή διδασκαλία των αρχαίων Ελληνικών και Λατινικών !! Και εν τέλει αναρωτιέται : «Πως είναι δυνατόν να διδάξεις τη μοναξιά» αφού το πραγματικό διάβασμα είναι μια μοναχική δραστηριότητα και δεν σε μαθαίνει πως να γίνεις καλύτερος πολίτης. Τέλος το βιβλίο συμπληρώνεται με Παραρτήματα καταλόγων διαφόρων έργων, που ξεκινούν από το Έπος του Γιλγαμές και την Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών, την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, και φθάνουν μέχρι τους νεώτερους Αμερικανούς ποιητές, αλλά και τους Έλληνες ποιητές Καβάφη, Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη, Σικελιανό και τον Νίκο Καζαντζάκη με τα έργα του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Οδύσσεια». Ο κατάλογος, που έδωσε λαβή σε αντιδράσεις, παρουσιάζεται ως το αδύναμο σημείο του βιβλίου, γιατί ακολουθεί μια αγγλοκεντρική αποτύπωση του Δυτικού Κανόνα, αφού απουσιάζουν πολλά από τα γνωστά έργα όλων των εποχών, μια και ο συγγραφέας καταχωρεί τις περιόδους, όπως ήδη αναφέραμε, σε εποχές (Θεοκρατική) : Όμηρος, Βίβλος, Πλάτων, Βιργίλιος κ. α., (μέρος της Θεοκρατικής η Μεσαιωνική) π.χ. Ιερός Αυγουστίνος, Το Κοράνι, κ.α. (Αριστοκρατική) Dante, Petrarca, Machiavelli, Da Vinci, Torquato Tasso, M. De Cervantes, Lope de Vega, Tomas More, W. Shakerpeare, J. Racine, J-J Rousseau, Moliere κ.α., (Δημοκρατική) Foscolo, Verga, De Chateaubriand, V. Hugo, De Balzac, Standhal, Baudelaire, Rimbaud, Ibsen, Strindberg κ.α., οι Ρώσοι συγγραφείς και οι Αμερικανοί (ενδεικτικά) Dickinson, Whitman, Allan Poe, Adams, James, Twain κ.λ. Και τέλος (Χαοτική) : Pirantello, Ugaretti, Pasolini, Moravia, Calvino, Unamuno, Jimenez, Carcia Lorca, Gernuda, Pessoa, Anatole France, Proust, Gide, Bataille, Breton, Valery, Cocteau, Apollinaire, Eluard, Aragon, Camus, Sartre, Pierre-Jean Jouve, Yeats, Wells, Kipling, D.H.Lawrence, Woolf, Forster, Beckett, Rilke, Kafka, Brecht, T. Mann, H. Hesse, Hamsun, Borges, Neruda, Octavio Paz, Marquez, Pound, T.S.Eliot, Porter, O’ Neill, F. Scott Fitgerald, Faulkner, Hemingway, Steinbeck, Kees, Mailer, Miller κ.α. Παρ’ όλες όμως τις αντιδράσεις για τον Δυτικό Κανόνα, ακόμα μέχρι και σήμερα (το έργο γράφτηκε το 1994), το έργο του Μπλούμ παραμένει ένα μεγάλο λογοτεχνικό γεγονός, προτρέποντας μας να συζητήσουμε – ανεξάρτητα εάν συμφωνούμε ή όχι – τους κανόνες και τις προτεραιότητες της αξιολόγησης των σημαντικών λογοτεχνικών έργων της δυτικης κουλτούρας ή ακόμη και της παγκόσμιας. Πάνος Καπώνης****
Άντζελα Λάμπερτ : Η χαμένη ζωή της Εύας Μπράουν
εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα2008, σελ. 580.
* Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #19, Φθινόπωρο 2009. © Πάνος Καπώνης
Ένα χρόνο πριν τον θάνατο της (Σεπτέμβριος 2007), η γνωστή συγγραφέας Angela Lambert, μια γυναίκα που μετά από πέντε μυθιστορήματα, τόλμησε να παρουσιάσει σε ένα ογκώδες βιβλίο, το, «Η χαμένη ζωή της Εύας Μπράουν», μια βιογραφία, όπως την ονόμασε ο εκδότης, της αφανούς μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ερωμένης του ηγέτη των Ναζί, έπειτα από μεγάλη έρευνα και συγκέντρωση υλικού, αφού οι πηγές ήταν δυσεύρετες και ελάχιστες. Το βιβλίο αυτό, που παρουσιάζεται ως βιογραφία της Εύας Μπράουν, μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως ιστορική μελέτη, όπως υποδηλώνουν οι εκτεταμένες υποσημειώσεις της συγγραφέως, αλλά και – λόγω της υφής της γραφής του – και ως μυθιστορηματική βιογραφία ή απλά – αγνοώντας τον χαρακτήρα των γεγονότων – ως ένα καλοδουλεμένο και ελκυστικό μυθιστόρημα για μια νεαρή όμορφη κοπέλα, που, μεγαλωμένη μέσα σε μια συντηρητική πατριαρχική γερμανική οικογένεια του μεσοπολέμου, επαναστατεί σπάζοντας τους τότε ηθικούς κανόνες, βρίσκοντας τον απόλυτο έρωτα στο πρόσωπο ενός σκληρού καταπιεστικού αρσενικού, στον οποίο αφιερώνει όλη της τη ζωή. Όμως, η βαρύνουσα σημασία του βιβλίου και η σπουδαιότητα του, είναι ακριβώς τα ίδια τα γεγονότα, τα οποία σημάδεψαν βαθιά την ιστορία του κόσμου, πίσω από τον πυρήνα των οποίων και συγκεκριμένα στην σκιά της ζωής του Αδόλφου Χίτλερ, έζησε και η Εύα Μπράουν ως σκιά. Ακόμη, η σπουδαιότητα του συγκεκριμένου βιβλίου, πέρα από τα λογοτεχνικά του προτερήματα, έγκειται και στο ότι αποτελεί την μοναδική ολοκληρωμένη βιογραφία της τραγικής συντρόφου του Fuhrer, αφού μόνον μια βιογραφία – του Αμερικανού δημοσιογράφου Nerin Gun – κυκλοφόρησε στη δεκαετία του 1960, η οποία όμως σύμφωνα με την εισαγωγή του βιβλίου της Λάμπερτ, είναι γραμμένη σε «ανεπίσημο ύφος» και χωρίς τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να θεωρείται έγκυρη. Το ιστορικοβιογραφικό βιτρό της «Χαμένης ζωής της Εύας Μπράουν» αναπόφευκτα κυριαρχείται και πολύ έντονα, από την μαγνητική μορφή του δικτάτορα, όχι μόνον από τις εξωτερικές εικόνες του κυρίαρχου – τότε – στην Ευρώπη Ναζί ηγέτη, αλλά κυρίως, από την προβολή μέσα από τα μάτια της ερωμένης του, της κρυφής του ζωής και ιδιαίτερα των αδυναμιών και φόβων του. Εδώ, αντί της φαντασίας, χρησιμοποιείται ως λογοτεχνικό μέσον η καταγραφή των γεγονότων, απαραίτητη συνθήκη για την απόδοση των δρώμενων τόσο του χρόνου, όσο και της ιστορίας, η οποία μετατρέπει την αναπόφευκτη καταγραφή της πραγματικότητας σε μυθιστορηματική ροή, που έχει την δική της αισθητική. Αυτή η αισθητική, πηγάζει από τη συγγραφική εμπειρία της συγγραφέως, που αποτυπώνει το κλίμα των πραγματικών ερεθισμάτων μέσα στο κείμενο και τα μετατρέπει σε λογοτεχνία, πέρα από το ανάγλυφο της τότε δομής των κοινωνικών τάξεων του μεσοπολέμου στην Γερμανία, που περιβάλλει σε όλα τα στάδια της αφήγησης την ουσιαστική παρουσίαση του «αντικοινωνικού» ερωτικού βίου της Εύας Μπράουν. Το γενικότερο κλίμα της Γερμανίας της εποχής εκείνης, εμβόλιμα εμφανίζεται ως καμβάς του έργου, τονίζοντας την «θυσία» της ζωής της Εύας Μπράουν δίπλα σε «έναν μαζικό δολοφόνο» όπως τον χαρακτήρισε το 2001 η ογδοντάχρονη εξαδέλφη της Γκερτράουντ Βάισκερ [Gertraud Weisker], η οποία έδωσε πολλά σημαντικά στοιχεία για την Εύα, στην συγγραφέα. Σε αυτό το κλίμα της εποχής της ανόδου του ναζισμού, έπρεπε να ενταχθεί η ζωή της Εύας και των συγχρόνων της, ώστε να κατανοηθεί η πορεία της σκιώδους ζωής της, αλλά και ο αλύτρωτος έρωτας μιας έφηβης, πέρα και πάνω από την πολιτική του Χίτλερ και των ναζί με τις συνέπειες της. Όπως έγραψε η Washington Post «Η Λάμπερτ … αναρωτιέται αν θα έπρεπε οι Γερμανίδες, άσημες και διάσημες, να καταδικαστούν για τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι άντρες τους». Η Άντζελα Λάμπερτ, με το βιβλίο της αυτό, προσπαθεί να παρουσιάσει την Εύα Μπράουν, όχι ως μια στυγνή ναζί ή ως μια αφελή ερωμένη εν είδη κατοικιδίου ζώου που ανακούφιζε τον Χίτλερ, αλλά ως μια νεαρή γυναίκα που είχε την ατυχία να ερωτευθεί ένα τέρας. Αυτή της η προσπάθεια, τεκμηριώνεται από την μακροχρόνια έρευνα της συγγραφέως και κυρίως από το πρωτογενές υλικό που είδε και κατέγραψε (προσωπικό ημερολόγιο της Μπράουν, φωτογραφικά άλμπουμ που διασώθηκαν από τους Αμερικανούς το 1945, όπως και μερικές μπομπίνες κινηματογραφήσεων, που θεωρήθηκαν ως «λάφυρα πολέμου» και μεταφέρθηκαν στις ΗΠΑ και φυλάσσονται στα Εθνικά Αρχεία (NARA). Γράφει ηΛάμπερτ : «Σε φωτογραφίες που έχουν βγάλει άλλοι η Εύα φαίνεται … να νοιώθει δέος απέναντι του. [στον Χίτλερ] Δένει τα χέρια πίσω από την πλάτη της σαν καλό κοριτσάκι, οι αστράγαλοι της στρέφονται προς τα μέσα από την νευρικότητα. Από τη στάση του σώματος τους, δεν θα μάντευε κανένας ότι είναι εραστές. Για τα πρώτα έξη χρόνια της σχέσης τους ο Χίτλερ την είχε υποχείριο του, μια αιώνια δεκαεπτάχρονη, που μπορούσε να τη διατάζει. Αν τύχαινε να βγουν μαζί σε κάποια φωτογραφία, θα σφραγιζόταν με τις λέξεις ΝΑ ΜΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΙ ..» Και επανέρχεται στην τεκμηρίωση της, περιγράφοντας τη ζωή της Εύας, εγκατεστημένης στην πολυτέλεια του Μπέργκχοφ (του σπιτιού που έμενε με τον Χίτλερ) και τη διάσωση μιας φράσης της, που είπε σε έναν από τους λίγους φίλους της, τον κινηματογραφιστή Walter Frentz, ότι :«Ζει σε ένα χρυσό κλουβί». Η Εύα Μπράουν, όντας άτυχο θύμα της ζήλιας και της άρνησης του Χίτλερ να την αναγνωρίσει δημόσια, της δημιουργήθηκε η εμμονή της καταγραφής σε φιλμ ακόμα και ασήμαντων περιστατικών, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να αναπληρώνει το κενό στη ζωή της, μετατρέποντας το σε «εικονογραφική φαντασίωση», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η συγγραφέας. Τον Μάιο του 1935, μετά από μια δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας της, η Εύα ανάγκασε τον Χίτλερ να την αναγνωρίσει ως επίσημη ερωμένη του και της αγόρασε ένα σπίτι στο αριστοκρατικό προάστιο Μπογκενχάουζεν του Μονάχου, στο οποίο και εγκαταστάθηκε με την αδελφή της Γκρετλ. Ο Fuhrer χρειαζόταν μια τρυφερή νέα γυναίκα χωρίς απαιτήσεις για να τον δέχεται χωρίς να είναι ενοχλιτική. Έτσι πέρασαν τα επόμενα εννέα χρόνια μετά το 1936 με την Εύα στον ρόλο της αόρατης γυναίκας, που όμως του παρείχε καταφύγιο από την ένταση και τις πιέσεις του δημόσιου ρόλου του. Ζούσε όμως και σε ένα υποτιμητικό κλίμα, εκ μέρους των συνεργατών του Χίτλερ. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από συνένετευξη [Μόναχο 3-9-1948] της φράου Βιντερ, οικονόμο του, η οποία δεν συμπαθούσε την Εύα, όταν ρώτησε τον Χίτλερ, πως αυτός ο τόσο σοβαρός «ανέχεται τη φλυαρία της» ο Fuhrer της απάντησε Fuhrer : «Η Εύα κρατάει το μυαλό μου μακριά από πράγματα που δεν θέλω να σκέφτομαι. Με ξεκουράζει». Όμως η Εύα Μπράουν, ενώ εξωτερικά ήταν τέλεια, ντυμένη συνεχώς με καινούργια φορέματα, έβρισκε τη ζωή της αόρατης ερωμένης καταθλιπτική. Τα επόμενα χρόνια από το 1941 ήταν κακοδιάθετη και άρρωστη, επειδή ο Χίτλερ δεν της έδινε πια τόση σημασία. Η συγγραφέας όμως δεν περιορίζεται στον να μας παρουσιάσει την τελευταία ερωμένη του Χίτλερ μόνο λεκτικά ή από γραπτές πηγές, αλλά δημοσιεύει στο βιβλίο της αυτό και 32 σελίδες φωτογραφίες του Χίτλερ και της Εύας, που συγκέντρωσε κατά την έρευνα της. Βέβαια, η όποια απεικόνιση του Χίτλερ σε αυτές τις φωτογραφίες, που μπορεί να τον δείχνει συναισθηματικό, ευγενή ή ερωτευμένο, δεν σημαίνει ότι απαλύνει την εικόνα του τέρατος που ματωκύλυσε την ανθρωπότητα. Το τελικό βέβαια ερώτημα παραμένει : Γνώριζε η Εύα Μπράουν την πολιτική του σκληρού εραστή της και τα εγκλήματα που διέπραττε ; Είναι γεγονός ότι το ρατσιστικό απολυταρχικό κίνημα των Ναζί ήταν ένα καθαρά ανδρικό κίνημα. Οι άνδρες ήταν πάνω απ’ τις γυναίκες. Η ιδανική γυναίκα των ναζιστών έπρεπε να ικανοποιεί μόνο βιολογικές και οικιακές ανάγκες, δεν έπρεπε να κάνουν ερωτήσεις και ήταν υποχρεωμένες να υπακούουν τους άντρες τους. Ακολουθούσαν το δόγμα του Χίτλερ, που κάποιο βράδυ του 1943 σε ένα δείπνο είχε πει : «Απεχθάνομαι τις γυναίκες που ανακατεύονται στην πολιτική και αν η ανάμειξη τους εκτείνεται σε στρατιωτικά θέματα, γίνεται πραγματικά αφόρητη … Η αβρότητα απαγορεύει να δίνεται στις γυναίκες η ευκαιρία να μπαίνουν σε καταστάσεις που δεν τους ταιριάζουν». Κάτω από αυτό πρίσμα και με όσα αποκαλύπτει η Άντζελα Λάμπερτ, δικαιώνεται και ο τίτλος «The lost life of Eva Braun» και το περιεχόμενο του τελευταίου βιβλίου της, αλλά και η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, που δεν είναι εύκολη σ’ αυτού του είδους τις καταστάσεις. Ούτε μπορεί να ισχυρισθεί κανένας ότι οι Γερμανίδες ήταν ένοχες επειδή συντάχθηκαν με το Γ’ Ράιχ. Οι πλειονότητα των γυναικών δεν είχαν καμία σχέση με την πολιτική. Η Εύα, δεν είχε ιδέα σε ποιό βαθμό είχε υποστεί πλύση εγκεφάλου, όπως όλες οι σύγχρονές της. Το περίεργο δε είναι, ότι η Εύα Μπράουν δεν υπήρξε ποτέ μέλος του ναζιστικού κόμματος και ούτε ήταν αντισημήτρια. Απλά – σύμφωνα με την ξαδέρφη της Γκέρτραουντ Βάισκερ «Η Εύα ζούσε σε έναν ονειρικό κόσμο. Όταν η αλήθεια δεν ήταν ευχάριστη, την απόδιωχνε. Πολιτικά, δεν γνώριζε τίποτα …». Κι αυτό κρύβει μια αλήθεια. Το γεγονός και μόνο ότι ήταν ερωμένη του – λέει η Λάμπερτ – σήμαινε ότι εκείνη, περισσότερο από κάθε άλλον, δεν έπρεπε να ξέρει τίποτε. Αν ήξερε όλα όσα είχε κάνει, πως θα μπορούσε να του προσφέρει τη ζεστή και άκριτη παρηγοριά που χρειαζόταν εκείνος ; Πάνος Καπώνης
***
ΚΑΘΡΙΝ ΝΕΒΙΛ : Η Φωτιά (μετ. Χριστιάννα Σακελλαροπούλου)
εκδόσεις Α.Α.ΛΙΒΑΝΗ, Αθήνα2008, σελ. 567
* Δημοσιεύτηκε στό περιοδικό (δε)κατα, τεύχος #18, Άνοιξη 2009. © Πάνος Καπώνης
Ένα αρχαίο σκάκι σηματοδοτεί στην μυστικιστική λογοτεχνία όχι μόνο έναν συμβολισμό, αλλά και την ενέργεια ανεξιχνίαστων δυνάμεων, άρα και ερωτήματα. Σηματοδοτεί ακόμη – όπως συμβαίνει στο έργο της Katherine Neville – και την ευελιξία ενός έξυπνου συγγραφικού μυαλού μεταξύ της έρευνας και του μυστηρίου, του μυστικισμού και της ιστορίας, του ανεξιχνίαστου μέσα στην περιπέτεια. Αυτό το μυαλό μεταφέρει στα διαχρονικά δρώμενα του μυθιστορήματος «Η Φωτιά» η γνωστή συγγραφέας του μυθιστορήματος «Οκτώ», που μεταφράστηκε σε 30 γλώσσες και ψηφίσθηκε από τους αναγνώστες ως ένα από τα δέκα καλύτερα βιβλία όλων των εποχών. Η Νεβίλ που εργάσθηκε για χρόνια με τον προγραμματισμό και ως σύμβουλος διεθνών σχέσεων στην κυβέρνηση της Αλγερίας, βρήκε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε πολλές χώρες και να αποκτήσει τόσες πολλές παραστάσεις, που την βοήθησαν να πλουτίσει τα μυθιστορήματα της Οκτώ και Φωτιά με τις υπόγειες αναφορές της στα κέντρα δύναμης, αφού οι εμπειρίες της σε ενεργειακά θέματα έδωσαν στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα το περιβάλλον μιας μυστικής παγκόσμιας δύναμης που θα μπορούσε – διαχρονικά – να διαφεντεύει τις τύχες του πλανήτη. Ο μύθος του περίεργου και μυστηριακού αυτού μυθιστορήματος, το οποίο εμπεριέχει στοιχεία αστυνομικά, ιστορικά, μυστικιστικά, φιλοσοφικά, ακολουθεί μια διαδρομή έρευνας χιλίων πάνω κάτω ετών, απ’ την Ανατολή στη Δύση και από τον Βορρά στον Νότο καλύπτοντας όλον τον Κόσμο. Με αφετηρία τη Βαγδάτη του 6ου αιώνα, ξεκινάει ένα θρίλερ ανα τους αιώνες, μέχρι τις μέρες μας, δηλαδή μέχρι και την εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ, που πρωταγωνιστής του είναι ένα ένα χειροποίητο πολύτιμο σκάκι από χρυσό και ασήμι, το Σκάκι του Μογκλάν, με τεράστια δύναμη. Το μυθιστόρημα, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Α. Α. Λιβάνη», (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφορεί και το μυθιστόρημα «Οκτώ»), έχει μια δομή διαφορετική από τα κλασσικά μυθιστορήματα, σε βαθμό που δυσκολεύεται κανείς να το κατατάξει σε κάποια κατηγορία. Δεν έχει την τυπολογία ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, ούτε ενός θρίλερ, ούτε ενός ιστορικού μυθιστορήματος ή μιας μυστικιστικής μυθιστορίας. Έχει όμως την δόκιμη γραφή ενός πολύ καλού πεζογραφήματος, στο οποίο συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά που αναφέραμε και γιαυτό, το μυθιστόρημα αυτό δεν τυποποιείται. Ο μύθος ξεκινάει από τα Γιάννενα του 1822, στην εποχή του Αλή Πασά, μεταφέρεται στο Κολοράντο το 2003, επιστρέφει στην Ιταλία του 1822, στη Σαχάρα, και άλλα μέρη της υδρογείου, όπου διάφορα ιστορικά πρόσωπα, από τον Καρλομάγνο ως την σύγχρονη εποχή, είναι οι αναζητητές και φύλακες του μυστικού αυτού του περίεργου σκακιού. Η Αλεξάνδρα Σολάριν, η άμεση ουσιαστικά ηρωίδα του έργου, που πέρα απ’ τον βασικό της ρόλο, μας περιφέρει αφηγούμενη σε πρώτο πρόσωπο [εκτός από την προσωπική της περιπέτεια η οποία αποτελεί την ραχοκοκαλιά του έργου] σε αναδρομές παρελθόντων εποχών και τόπων, στην αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθούν τα κομμάτια αυτού του Σκακιού του Μογκλάν. Τι ήταν όμως αυτό σκάκι ; Το έτος 773 ο φυσιοδίφης και χημικός της βασιλικής αυλής της Βαγδάτης Τζαμπίρ Ιμπν Χαγιάν, κατασκεύασε το Σκάκι του Ταρικάτ ως δώρο στον πρώτο χαλίφη της Βαγδάτης Αλ-Μανσούρ. Όμως ο Τζαμπίρ ολοκλήρωσε το έργο του το 775, αφού εκτός από το μυστήριο της μεταστοιχείωσης πνεύματος και ύλης, εμπεριείχε τα μαθηματικά και αστρονομικά μυστικά του Κασμίρ. Μεταξύ όμως των σχεδιασμών του σκακιού ήταν και το σχέδιο των βεδικών και ιρανικών βωμών του άσβεστου πυρός. Από τον φόβο όμως της καταστροφής της πανίσχυρης σοφίας που περιείχε το σκάκι, στάλθηκε κρυφά για να προστατευθεί στην Βαρκελώνη, όπου ο Μαυριτανός κυβερνήτης της Ιμπν Αλ-Αράμπι, το 782 μ. Χ. το δώρησε στον Καρλομάγνο, που με τη σειρά του το έκρυψε στο Αβαείο του Μονγκλάν στα Βασκικά Πυρηναία. Το 1790 με την Γαλλική Επανάσταση το σκάκι ξεθάφτηκε και σκορπίστηκαν τα κομμάτια του σε όλο τον κόσμο. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε ένα επικίνδυνο παιχνίδι για την απόκτηση των κομματιών του παντοδύναμου αυτού σκακιού, αφού όποιος το είχε ολοκληρωμένο, θα καθόριζε τις τύχες του κόσμου. Η αναζήτηση και παράλληλα τα πιθανά σημεία όπου μπορεί να βρισκόταν τα κομμάτια του σκακιού, (Αραβικές χώρες, Ισπανία (Πυρηναία), Αγγλία, Γαλλία, Ελλάδα (Γιάννενα, Μεσολόγγι), Ιταλία, Ρωσία, Ιράκ (Βαγδάτη), ΗΠΑ, Αλάσκα κα) αποτελούν τον εξωτερικό φόντο του μυθιστορήματος, ενώ τα πρόσωπα (Αλή Πασάς, Βασιλική, Λόρδος Μπάϋρον, Λετίτσια Μπουονοπάρτε [μητέρα του Ναπολέοντα], Μεγάλη Αικατερίνη, Αλέξανδρος της Ρωσίας, Καρλομάγνος, Τόμας Τζέφερσον, Μορίς Ταλεϊράνδος, κ. α.) βρίσκονται μέσα και πίσω από το μυστικό του σκακιού, ανάλογα με τα δρώμενα της κάθε αναφερομένης εποχής, πλην της πρόσφατης περιόδου, όπου ο αγώνας για την ανεύρεση των κομματιών του παζλ κυριαρχείται από την αγωνία να σταματήσει το επικίνδυνο παιχνίδι, αφού η κρυφή δύναμη του σκακιού του Μονγκλάν μπορεί να καταστρέψει για πάντα τον ανθρώπινο πολιτισμό, ένα παιχνίδι που άρχισε και πάλι με αφετηρία μια είδηση στις εφημερίδες : Washington Post : 7 Απριλίου 2003 Μονάδες πεζικού και τεθωρακισμένων επιτίθενται στο κέντρο της Βαγδάτης …. Τα αμερικανικά στρατεύματα είχαν καταλάβει την πόλη αυτή στις έξη το πρωί, ώρα Ιρακ ! Το μυθιστόρημα αυτό της Katherine Neville, με χαρακτηριστικά δράσης και κινδύνου, ανατροπής ιστορικών δεδομένων και σκοτεινών δυνάμεων που κινούν τα νήματα, είτε θετικά είτε αρνητικά στην πορεία της ζωής της Γης, δίνει μια άλλη διάσταση στον αρχέγονο πολιτισμό και τα αρχαία στοιχεία της ζωής, το νερό, τον αέρα, τη γη και τη φωτιά, αλλά και στη αιώνια σύγκρουση της μυστικής σοφίας με την εξουσία, όπως λέει ένας από τους ήρωες του έργου. Είναι μια “Φωτιά” που καθιέρωσε στη λογοτεχνία η Neville ένα νέο είδος, το επικό θρίλερ. Πάνος Καπώνης
*******
[8] ΑΝΑΓΛΥΦΗ ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΟΛΗΣ
Θοδωρής Παπαθεοδώρου : Σαν ταξιδιάρικα πουλιά -εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Αθήνα2008, σελ. 540.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος #16, Χειμώνας 2009. © Πάνος Καπώνης
Μόλις είχα γυρίσει από ένα ταξίδι στη Θράκη, όταν έπεσε στα χέρια μου – κατά ευτυχή συγκυρία – το τελευταίο βιβλίο του Θοδωρή Παπαθεοδώρου με τον τίτλο – που όμως αδικεί το έργο – «Σαν ταξιδιάρικα πουλιά». Και λέω κατά ευτυχή συγκυρία, γιατί επηρεασμένος από την αίσθηση του ταξιδιού στην Αρχαία Μαρώνεια της Ροδόπης, βίωσα πολύ πιο κοντά το κλίμα του μυθιστορήματος του Παπαθεοδώρου, αφού οι περιγραφές του και το όλο φόντο του βιβλίου, μου ήταν πιο οικείο, απ’ ότι αν το διάβαζα κάτω από μια δυτική οπτική γωνία. Παρ’ όλο όμως που οι δυτικές μου καταβολές δεν άφηναν και πολλά περιθώρια στην κατανόηση μιας άλλης νοοτροπίας και κουλτούρας, εκείνης που διαμορφώθηκε επί αιώνες στην Πόλη και γενικότερα στις πέραν των ανατολικών συνόρων της Ελλάδος περιοχές, αυτό το μυθιστόρημα και ο μύθος του με ενθουσίασαν και – ομολογώ – με ξενύχτισαν διαβάζοντας το. Η διαμόρφωση από τον Παπαθεοδώρου ενός περιβάλλοντος στον ίδιο τόπο, την Κωνσταντινούπολη, με γλαφυρές περιγραφές, αλλά και σύμφυτες ιστορικές/πολιτικές αποχρώσεις, παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη δομή του μυθιστορήματος, όπως και ο καθεαυτού μύθος μιας ιστορίας χριστιανικών και μουσουλμανικών οικογενειών και ενός μεγάλου έρωτα δύο εφήβων, ενός Έλληνα (του Παναγιώτη) και μιας μωαμεθανής (της Φεράχ), όπου ο συγγραφέας, με αριστοτεχνικό τρόπο, ενώ τα προβάλει, ξεπερνά τον κίνδυνο να αξιολογήσει τα – ιστορικά/πολιτικά – γεγονότα του φόντου του βιβλίου του. Οι όποιες ιστορικές ή πολιτικές αιχμές, όσο ανάγλυφες και οδυνηρές και να παρουσιάζονται, (αφού πέρα απ’ την όποια «επίσημη» ιστορία υπάρχει και η αληθινή βιωμένη από τα υποκείμενα της ιστορία), υποτάσσονται στον στόχο-μήνυμα του βιβλίου, στην κυρίαρχη ανθρωπιά και αγάπη. Όμως τα στοιχεία, όπως χρόνια αντιπαλεύουν στην πίσω πλευρά των επίσημων και μη γεγονότων και επιδρούν στην καθημερινότητα των ηρώων σε μια Πόλη όπου είναι «παντού ανακατωμένοι … οι ράτσες, οι προσευχές, τα γράμμα, οι γλώσσες», δηλαδή το χαμένο ευρωπαϊκό υπόβαθρο του δυτικού τμήματος της χώρας αυτής, μαζί με τον επιβληθέντα κοσμικό χαρακτήρα απ’ τον Κεμάλ Ατατούρκ, απέναντι στις ισλαμικές ρίζες και επιρροές που υπέβοσκαν και υποβόσκουν ακόμη έντονα, προβάλλονται αναγκαστικά ως συστατικό μιας πολυμορφικής κοινωνίας, της κοινωνίας της Κωνσταντινούπολης του 1941, χρονικό σημείο που τοποθετεί τη δράση των ηρώων του ο συγγραφέας. Το μυθιστόρημα, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Ψυχογιός» μέσα στο 2008, (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο εκδόθηκε και το προηγούμενο μυθιστορήματα του Παπαθεοδώρου «Το αστρολούλουδο του Βοσπόρου» του οποίου συνέχεια αποτελεί το «Σαν ταξιδιάρικα πουλιά»), αναφέρεται στην επόμενη γενιά εκείνης του 1920, όταν κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο η Τουρκία είχε διαλέξει την ουδετερότητα και η Ελλάδα στέναζε κάτω απ’ τη ναζιστική μπότα. Έτσι, σε κάθε κεφάλαιο σε όλη τη ροή του μυθιστορήματος, το ιστορικό κλίμα της τότε εποχής (αλλά κατ’ αναφορά και παλιότερων) καδράρεται πολύ έξυπνα και υποδόρια με λόγο, που αναδεικνύει και εντείνει την ένταση και το πάθος, την αντίθεση των κοινωνικών, θρησκευτικών, πολιτικών και πολιτισμικών δεδομένων μιας ανομοιογενούς κοινωνίας με τον έρωτα δύο διαφορετικών πλασμάτων, με τις μνήμες ως αναστολές της ευτυχίας, με την αποκαλυπτική αληθινή Ιστορία να υπεισέρχεται ανάμεσα στη ζωή και στις ψυχές των ανθρώπων, εμποδίζοντας το απόλυτα φυσικό ταίριασμα που και ο Θεός των Χριστιανών και ο Αλλάχ έδωσαν σαν δώρο στους ανθρώπους. Η Ιστορία εμπόδισε την Αγάπη. Αυτή είναι η ουσία του καταπληκτικού αυτού μυθιστορήματος, όπου πέρα από τα ψυχολογικά στοιχεία των προσώπων, έντονα διαχέεται αυτή η ιδιάζουσα κατάσταση δύο βαθιά ερωτευμένων ανθρώπων, όπως εξάλλου και το πάθος που ακολουθεί σε δεύτερο πλάνο, αλλά παράλληλα αναδεικνύονται και τα σημάδια των χαοτικών κοινωνικών και πολιτικών παραμέτρων στη δομή μιας ανομοιογενούς πολιτείας, που όμως συνδετικός κρίκος της – εκεί “εις την Πόλη” – είναι οι ανθρώπινη δεσμοί. Εκείνο όμως που μου έκανε – συμπληρωματικά – εντύπωση, ήταν οι ρυθμοί της αφήγησης, ταυτισμένοι λες με το κλίμα της ανατολής, αλλά χωρίς καμία ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, δίνοντας την αίσθηση ότι ο Παπαθεοδώρου ήταν μάρτυρας αυτής της πραγματικότητας, η οποία στο «Σαν ταξιδιάρικα πουλιά», αποκτά μια αισθητική διαχρονική, αισθητική που πηγάζει από πηγές άγνωστες σε μας και περικλείει μέσα της ιστορία, παράδοση, νοοτροπίες και κοινωνικά δρώμενα, συνήθειες κι αλήθειες, που επί αιώνες περιβάλλουν τον εσώτερο ευρωπαϊκό πυρήνα της Πόλης. Σ’ αυτό το κλίμα ανθίζει ο έρωτας, ο “σεβντάς”, μια ισχυρή έλξη που ξεκίνησε από ένα φιλί και συνεχίσθηκε μέσα από περιπέτειες, περιπέτειες παράλληλες με την ιστορία και τα τραγικά και απάνθρωπα γεγονότα που από το 1941 φτάνουν στο 1955 με τον διωγμό και την καταστροφή των Ρωμιών της Κωνσταντίνου πόλης. ΟΙ εμβόλιμες μορφές των άλλων ηρώων, συμπληρώνουν το παραπάνω κλίμα της εποχής και του μυθιστορήματος, μέσα από μια περιρρέουσα τρυφερότητα και ευαισθησία, που χαρακτηρίζουν άμεσα τον συγγραφέα, αλλά και τα συναισθήματα που παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο, συναισθήματα ανεπίσημα – όπως λέει στην εισαγωγή του ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου – που “ειρηνικά φτερουγίζουν στην ψυχή : λαχτάρα, έρωτας, όνειρο, πάθος … “Η Πόλη έτσι ήταν, ακόμη και πριν απ’ τον διωγμό των Ρωμιών … Είχε κι εμάς, είχε και εσάς … Δυσκολευόταν λίγο, αμά μας χωρούσε όλους μια χαρά. Άλλους πάνω, άλλους κάτω. Κι εγώ ανεβοκατέβαινα συνέχεια. Μια στον Παράδεισο και μια στην Κόλαση …”.
Μέρχαμπα ! Διαβάστε το !
***********
Μήτσος Κασόλας : Ερμιόνη (άγρια νύχτα τρυφερή) -εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, Αθήνα 2007, σελ. 414.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος 14/2008 - © Πάνος Καπώνης
Μετά από την «Αγγελίνα» πριν 10 χρόνια (1997), έρχεται μια άλλη γυναίκα να μας ταράξει μέσα από την ανάγνωση του νέου τελευταίου μυθιστορήματος του Αιτωλού συγγραφέα Μήτσου Κασόλα, η «Ερμιόνη». Με φόντο την περίοδο της τελευταίας δικτατορίας στην Ελλάδα και στα μετά από αυτή χρόνια, ο Κασόλας υπερβαίνει τον μέχρι τώρα γνωστό μυθιστοριογράφο, με ένα βιβλίο που σφυροκοπά τον αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος. Αυτό το περιβάλλον όμως και όποιες άλλες πολιτικές αποχρώσεις, δεν παίζουν ρόλο στη δομή του μυθιστορήματος, γιατί ο συγγραφέας δεν προβάλει, ούτε αξιολογεί τα γεγονότα του φόντου αυτού, παρά μόνο ως αιχμές. Κυρίαρχο όμως στοιχείο, όπως ορίζεται στη πίσω πλευρά των γεγονότων, είναι μια μικροαστική νοοτροπία των ηρώων προβάλλοντας έντονα έναν άγριο αλλά αυθεντικό έρωτα της ηρωίδας του, της Ερμιόνης, μιας νεαρής πολύ όμορφης κοπέλας, που, μεγαλωμένη χωρίς πατέρα, ανάμεσα σε μια πατρική ωραιοποιημένη προβολή (πρότυπο) και μια μάνα που καλύπτει με διάφορους τρόπους την ανασφάλειά της, βρίσκει τον απόλυτο έρωτα στο πρόσωπο του άλλου βασικού ήρωα, του Άρη, αδελφό του πολύ μεγαλύτερου συζύγου της, στον οποίο δίνεται αμέσως μετά το γάμο της. Το μυθιστόρημα αυτό, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Καστανιώτη» μέσα στο 2007, (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο εκδόθηκαν και τα προηγούμενα μυθιστορήματα του), έχει μια δυναμική δομή, στην οποία ο λόγος αναδεικνύεται μ` έναν ατέλειωτο διάλογο. Στην «Ερμιόνη» ο Κασόλας, έχει εξαντλήσει τη μορφή του διαλόγου, που οριοθετεί συνέχεια εικόνες, τη μια μετά την άλλη, σε ένα άλλο ύφος στη περιγραφή του μυθιστορήματος, δίκην σεναρίου, ως μια ενιαία ροή. Στην ουσία δηλαδή δεν περιγράφονται τόσο τα ψυχολογικά στοιχεία των προσώπων, όσο έντονα δείχνεται το βασικό ένστικτο των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το «Ερμιόνη» είναι ένα μυθιστόρημα πάθους, όπου αναδεικνύονται σημάδια παρακμής, διάλυσης και χαοτικών καταστάσεων με την έννοια της απώλειας μετά την καταστροφή. Και η καταστροφή για τον Κασόλα είναι το στάδιο εκείνο ενός μεγάλου έρωτα, όπου ο ένας απ’ τους δύο ήρωες βρίσκεται στην αδιαφορία και ο άλλος συμπυκνώνει τις καταστάσεις σε εκδίκηση. Το διαλεκτικό βιτρό στην «Ερμιόνη», δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε πεζογραφικές αναλύσεις, αφού οι κινηματογραφικοί ρυθμοί της αφήγησης (που πολύ καλά γνωρίζει ο Κασόλας) επισκιάζουν τον λογοτεχνικό λόγο, δίνοντας την αίσθηση ότι ο συγγραφέας μετατρέπει την πραγματικότητα σε φαντασία, ενώ σε μια προσεκτική ανάγνωση, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει μια επεξεργασία της φαντασίας που χρησιμοποιείται ως μέσον το οποίο μετατρέπει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας σε μυθιστόρημα που έχει την δική του αισθητική. Αυτή η αισθητική, πηγάζει από τη διευθέτηση εκ μέρους του συγγραφέα διαφόρων πραγματικών ή μη ερεθισμάτων μέσα στο κείμενο, που τα μετατρέπει σε λογοτεχνία, ξεγελώντας μας ότι αποτυπώνει υπαρκτές καταστάσεις. Ο διάλογος έτσι δεν είναι αληθινός, αλλά αληθοφανής που οδηγεί όμως σε μια μυθιστορηματική αλήθεια, την φανταστική αλήθεια του «παράνομου» ερωτικού πάθους της Ερμιόνης για τον Άρη. Μέσα όμως από την ορμητικότητα των επάλληλων διαλόγων, εμβόλιμα εμφανίζονται συνεχώς τρεις δευτερεύοντες ήρωες, εκτός από τον σύζυγο (αδελφό του Άρη) και τον παιδικό φίλο της Ερμιόνης και οι δύο γονείς, η μάνα άμεσα που ωμά δημιουργεί και καθοδηγεί τις καταστάσεις και έμμεσα αλλά έντονα, ο πατέρας, μάλλον η σκιά του πατέρα που καθορίζει τη μοίρα της κόρης του. «Μαμά, ο μπαμπάς μου ήταν έτσι ωραίος σαν τον Άρη ;» λέει κάπου η Ερμιόνη και αυτή η φράση-κλειδί γίνεται διακριτικά η απαρχή του μυθιστορήματος και το σημάδεμα της ζωής της ηρωίδας. Σκηνή : «Η Ερμιόνη, χωρίς να χάνει τον Άρη από τα μάτια της, θυμάται τη νύχτα που τον έφερε ο Ντίνος στο σπίτι της, ενώ το μυστήριο έχει αρχίσει» ….. «Η Ερμιόνη είναι αλλού. Κάνει πως κοιμάται δίπλα στη μάνα της. Ανοίγει τα μάτια της και πηγαίνει σιγά στη κουζίνα όπου κοιμάται ο Άρης. Κάθεται σε μια καρέκλα, ακουμπάει το κεφάλι της στα χέρια της και τον κοιτάει…» Και επανέρχεται το ίδιο ερώτημα προς τη μάνα :«Μαμά, ο μπαμπάς μου ήταν έτσι ωραίος σαν τον Άρη ;». Η μητέρα με το χαρακτηριστικό όνομα Ρέα, ερωμένη του Ντίνου, δίνει τη κόρη της ως σύζυγο στον εραστή της, που «δέχτηκε όμως να τον παντρευτεί για λόγους “ρεαλιστικούς” πειθόμενηστα επιχειρήματα της μάνας Ρέας : «Πες, Ερμιόνη μου, ότι αύριο εγώ κάτι παθαίνω και φεύγω … Τι θ’ απογίνεις τότε μόνη στον κόσμο ; Και καλά αν σου τύχει κάποιος και τον ερωτευτείς ….Αν όχι, γιατί να τραβήξεις ό,τι τράβηξα εγώ για να σε μεγαλώσω ; …». Ακόμη, εκτός από την έντονη ανάμιξη στα δρώμενα του παιδικού φίλου της Ερμιόνης, του Βασιλάκη, που την αγαπάει αγιάτρευτα από τα παιδικά τους χρόνια, τριτεύοντα πρόσωπα αλλά όχι καθοριστικά, αναδεικνύονται σαν συμπληρωματικά δορυφόρα στίγματα μιας πορείας στη ζωή των ηρώων. Στη ζωή, μέχρι να έρθει η αφαίρεση της ζωής του ενός από τους βασικούς ήρωες, αφού ο έρωτας (παθιασμένος, προδομένος, πληγωμένος, ανέφικτος, πολλές φορές τραγικός) οδηγεί στο φόνο, όχι ως λύτρωση, αλλά σαν έναυσμα μιας άλλης μορφής μαρτυρίου. Έτσι ο συγγραφέας, οριοθετεί, πάντα κινηματογραφικά, τη μοίρα της ηρωίδας του, η οποία μέσα από μια «άγρια τρυφερή» ζωή, αλλεπάλληλες ψυχολογικές καταστάσεις και περιπέτειες, δύο ακόμα φόνους, μέσα σε ένα αστυνομικής υφής μυστήριο και μετά από ένα καμίνι μιας παθιασμένης αγάπης, βγαίνει η Ερμιόνη «κεκαθαρμένη» και τόσο η ίδια, αλλά και ο αναγνώστης, οδηγούνται σε ένα απρόσμενο και περίεργο τέλος, σε μια συνύπαρξη μια ιδιόμορφης σχέσης «θανάτου-ανάστασης», που δεν είναι συνηθισμένη σ’ αυτού του είδους τα μυθιστορήματα, όπου η αφήγηση, παρ’ όλο ρέουσα, είναι «κυκλική», τόσο στις καταστάσεις, όσο και στα γεγονότα. Η συνέχεια επί του βιβλίου, όπως λέμε «επί της οθόνης».
***********************
[6] ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣ
Τηλέμαχος Χυτήρης : Κίτρινη Σκόνη [ποιήματα] - εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2006.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος # 9, Άνοιξη 2007. © Πάνος Καπώνης.
«Ένα ποίημα αρχίζει από μια σκέψη, πολλές φορές τυχαία, κάποιες άλλες βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια άσπρη κόλλα» είπε ο Τηλέμαχος Χυτήρης σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό Highlights μετά την έκδοση της τελευταίας, έβδομης, ποιητικής συλλογής του Κίτρινη Σκόνη, με τη διαφορά ότι ο κερκυραίος ποιητής δε μας έδωσε μέσα στα 33 χρόνια παρουσίας του στα ελληνικά γράμματα τέτοια δείγματα λευκής κόλλας. Ακόμα και στην περίοδο της έντονης πολιτικής δραστηριότητας, δεν εγκατέλειψε την πρώτη του αγαπημένη, εκδίδοντας τρία ποιητικά βιβλία. Η Κίτρινη Σκόνη περιλαμβάνει «ποιήματα εκ προμελέτης» (τίτλος της πρώτης του ποιητικής συλλογής, Κέδρος 1973), με την έννοια της ανάδειξης των τόνων μιας αθωότητας, με τη διαφορά ότι τώρα η αθωότητα αποτελεί τη συγκάλυψη των κρυφών πτυχών εσωτερικών πνευματικών διεργασιών και πάντα με τη λιτότητα που διακρίνει το έργο του και που ανατέμνει τη σημαντικότητα του απρόοπτου, σε μια αφαιρετική, μοντέρνα κατάθεση «Σαν τη βροχή / Σαν τον καπνό / Στον πολύχρωμο κήπο μου / Μιλά το διάφανο νερό. / Είναι οι άφαντοι, / Το νόημα του Κόσμου». Οι τελευταίες δημιουργίες του αποπνέουν μιαν αύρα συμπυκνωμένης λυρικότητας, μιαν αναγεννημένη ευαισθησία για «τις κορυφές των κυπαρισσιών» που «αγγίζουν την απουσία», για τη «γυμνή όψη του κόσμου». Το νόημα του κόσμου για τον Χυτήρη είναι όχι η Πολιτική αλλά η Ποίηση, η κρυπτογραφική έκφραση της «Ουσίας», μια ποίηση που όπως είπε ο ίδιος σε ένα πρόσφατο ποίημά του, «το Μικρό Μανιφέστο» «είναι λέξη και έξη / είναι μυθική και ηθική / Η ποίηση είναι μύηση / Με την ποίηση φτάνεις εκεί / που δεν φτάνει η γνώση». Κι αυτή η συνεπής ποίησή του, με τις κωδικοποιημένες λέξεις και το σεβασμό στον ποιητικό χειρισμό, αναδύει έναν λόγο πλήρωσης σε δεύτερο επίπεδο, πέρα από το εφήμερο της αίσθησης του κόσμου, που οδηγεί στην ολότητα μιας εσωτερικής και όχι μόνο εσωστρεφούς ουσίας, η οποία τον προτρέπει να στέλνει μηνύματα εν είδει εκλάμψεων προς τους «έξω». «Ω νυχτερινή / Άυλη αλλαγή μου / Καταδίκη / Του απόλυτου χρόνου / Κοντά στην ενόραση / Βλέπω τη ζωή / Κύκλους που γράφω / Σώματα / Ψυχές / Ψιχία τετριμμένα». Η υπαινικτική γραφή του καταγράφει τις συνισταμένες των προσωπικών αισθήσεων και όχι αισθημάτων, που μπορεί να είναι οι επιμέρους στάσεις μιας ζωής ή μιας φιλοσοφίας της ζωής και έτσι τις προβάλλει. Ο Χυτήρης είναι στραμμένος προς την ουσία των πραγμάτων και αυτή προσπαθεί να καταγράψει μέσα από την ποιητική δημιουργία, αφού, «Η ποίηση κάνει αυτό ακριβώς: φεύγει από την επιφάνεια, εισχωρεί στα πράγματα και ανακαλύπτει την ουσία. Και όταν την ανακαλύπτεις, τότε πραγματικά τα λόγια είναι περιττά, δεν χρειάζονται παρά ελάχιστα». Αν δεχθούμε ότι ο Χυτήρης έχει τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ ποίησης και πολιτικής –πράγμα που δεν το αμφισβητώ- τότε έχουμε μια εξαίρεση στον σχετικό για τους ποιητές Πλατωνικό αφορισμό, αλλά και μια ελπίδα ότι η πολιτική θα γίνεται καλύτερη, έχοντας ως εκπρόσωπους τους ποιητές.
****
[5] ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΗ ΕΜΒΟΛΙΜΗ ΜΕΜΒΡΑΝΗ
Γιάννης Κοντός : Δευτερόλεπτα του φόβου [ποιήματα] - εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, Αθήνα 2006.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος # 9, Άνοιξη 2007. © Πάνος Καπώνης
Ο τίτλος της ποιητικής αυτής συλλογής, αποτελεί την ένδειξη των αφομοιωτικών του τάσεων στο άνοιγμα του φωτός, πέρα από τις κλειστοφοβικές εκφάνσεις του Σαχτούρη, που οδηγούν στις «ανθισμένες αμυγδαλιές του Φεβρουαρίου και τα ζεστά κάστανα των φιλιών σου», όπου εκεί, η παρεμβολή των χρωματικών πινάκων του Χρίστου Καρά, δυναμώνει το συμβολίσμό της ποιητικής πύκνωσης του λόγου. Ο αποσυμβολισμός όπως των δευτερολέπτων του φόβου, μπορεί να αναγνωσθεί μεταξύ του ατομικού λυρισμού του Κοντού και της αδιαβάθμιστης συλλογικής εντύπωσης του κόσμου που μας περιβάλλει : «Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας / μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου !». Τα σφιχτά πεδία των ποιημάτων αυτής της συλλογής, θα μπορούσαν να γίνουν οι συνδετικοί κρίκοι των μέχρι τώρα δεκατεσσάρων ομόκεντρων κύκλων (βιβλίων) του ποιητή, ως συμπυκνωμένη δηλαδή εμβόλιμη μεμβράνη του ποιητικού του υλικού, ανεξάρτητα εάν ο Κοντός ισχυρίζεται : «τι φθορά κι αυτή η αιωνιότητα, τι σκουλήκι». Αυτό δίνει και μια απάντηση στην ανάγκη του ποιητή να ολοκληρώνει τους ποιητικούς του ρυθμούς, κάθε φορά που ο χρόνος – βασικό στοιχείο της ποίησης του – σε δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες, υποδηλώνει έκδηλα μια υπαρξιακή αγωνία, η οποία αναζητεί μέσα από την απουσία φωτός, τη φωτεινή ανθρωποκεντρική διέξοδο. Στα δευτερόλεπτα του φόβου οι κατακτήσεις του ποιητικού τοπίου του Γιάννη Κοντού, είναι όχι μόνον εμφανείς, αλλά δεμένες πολύ περισσότερο με τη ζωγραφική και τη μουσική, που δεν χαρακτηρίζονται μονάχα από τους θαυμάσιους πίνακες του Καρά, αλλά αποτελούν μια οργανική ενότητα με τη λυρική ποιητική του ποιητή, αναδεθκνύοντας και εικαστικά την εμμονή του στη «γραφίδα-κάμερα» [χαρακτηρισμός του Γ. Παναγιώτου], όταν γράφει : «Παρακολουθώ το φως που κυλάει παντού / και παίρνει διάφορα σχήματα / Υποδύεται το υγρό και εγώ με τη σειρά μου / γίνομαι στυπόχαρτο και ρουφώ τα μελάνια του». Ο αναγνώστης της τελευταίας ποιητικής συλλογής του Γ. Κοντού, θα διαγνώσει τη σημαντικότητα των στίχων του, ως μια συμβολή του ποιητικού και εύθραυστου μικρόκοσμου στη δυναμική της ποίησης, όπως «η φωτογραφία σου απέναντι στον ουρανό, καθρέφτης». Εδώ βέβαια, δεν έχουμε να κάνουμε με την πραγματικότητα ή τις απρυφές της, όπως στον Αθλητή του τίποτα, που χάρισε στον Κοντό το Κρατικό Βραβελιο Ποίησης το 1998, αλλά με την εκλέπτυνση μιας ποιητικής αφής και καθολικής ευαισθησίας που αναδύουν οι στίχοι του «φόβου», φόβου μπροστά στην τρυφεράδα των λέξεων, μη τυχόν και μαραθούν : «Μόνο κάτι χορταράκια / με τον κυματισμό τους / αντιστέκονται στον καιρό».Σκέφτηκα πολύ πριν γράψω αυτό το σημείωμα με αφορμή το τελευταίο ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Κοντού. Η σκέψη ακολούθησε "περιμετρικά" τη μεστή πορεία του ποιητή από την πρώτη έκδοση της Περιμετρικής το 1970, κίνηση σημαντική για μένα, μια που ο Γιάννης Κοντός, παραμένει ένας από τους πιστούς και κυρίαρχους εκφραστές της γενιάς του '70, και μάλιστα από τα πρώτα της βήματα. Αναφέρομαι στην πρώτη αυτή έκδοση του ποιητικού του έργου, για νατονίσω την αναβάπτιση, στο κορύφωμα της δημιουργικότητας του, στην αθωότητα των πρώτων ποιητικών ανζητήσεων, αλλά και τη συμπυκνωμένη τώρα - στην ωριμότητα πια - του πυρήνα της ποιητικής του δημιουργίας, με την έκδοση του 15ου βιβλίου.
****
ΕΛΕΝΗ ΠΡΙΟΒΟΛΟΥ : Το κρασί του έρωταεκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2005 (β’ έκδοση), σελ. 560.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος # 8/Χειμώνας 2007 - © Πάνος Καπώνης
Όταν η Ελένη Πριοβόλου με “κέρασε” από “το κρασί της προσωπικής της αλχημείας”, αλχημεία που άρχισε με την ανάγνωση του εν λόγω βιβλίου, δεν περίμενα ότι θα βρεθώ – κυριολεκτικά – μέσα σε μια οινική λογοτεχνική συνωμοσία, ξενυχτώντας στη συνέχεια για να το διαβάσω, συν-επαρμένος από το πνεύμα του οίνου που διαχέεται παντού, μέσα στο τελευταίο και κατά σειρά δεύτερο μυθιστόρημα της. Είναι τουλάχιστον περίεργο και πρωτότυπο μια τέτοια θεματολογία, ενός μυθιστορήματος στο οποίο ο βασικός ήρωας δεν έχει υλική υπόσταση – με την τρέχουσα έννοια του όρου – ή καλλίτερα ορατή υλική υπόσταση, αλλά είναι ένα πνεύμα. Το πνεύμα του οίνου, γύρω από το οποίο κινούνται πρόσωπα, καταστάσεις, συναισθήματα, υποσυνείδητες καταγραφές, παρελθόντες και μέλλοντες χρόνοι και πάνω από όλα, ο έρωτας! Δεν συνηθίζω να σχολιάζω εύκολα λογοτεχνικά έργα, σεβόμενος πολλές φορές τον συγγραφέα, αλλά στη περίπτωση της Ε. Πριοβόλου, ο σχολιασμός επιβάλλεται από το ίδιο το έργο, που μέσα από επαναλαμβανόμενες ιερές “διονυσιακές” τελετουργίες και εσώτερες διεργασίες που αντιπαρατίθενται σε ρηχές και ηδονιστικές καταστάσεις, προβάλει μια φιλοσοφία και πνευματική στάση ζωής του αντι-ήρωα του βιβλίου. Ο μύθος του κρασιού του έρωτα, θέλει σε κάποιο χρόνο και τόπο μη ορισμένο, μια πλούσια οικογένεια που κυριαρχεί οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά σε μια περιοχή, κυριαρχία που βασίζεται κυρίως στον πλούτο από τη παραγωγή ρετσίνας, να ιστορείται με τα εσωτερικά και εξωτερικά δρώμενα των μελών της, τα οποία χρησιμοποιεί η Αιτωλή συγγραφέας, περισσότερο ως φόντο για την ανάδειξη του “γλυκοπότι” αμπελουργού, αλλά και σαν αντίθεση της ηδονής των συμποσίων και των κρασοκατανύξεων απένατι στον άπειρο έρωτα, στο άρωμα και τη μέθη του “νέου οίνου” που έμοιαζε με “νέκταρ των Θεών”. Στις 560 σελίδες του βιβλίου, και σε άπταιστα ελληνικά που λες και αναδύονται μέσα από τον πλούτο της γλώσσας μας όπως τα αρώματα μέσα από την οινική δημιουργία που περιγράφεται στο βιβλίο (χρόνια είχα να διαβάσω τόσο σπάνιες για τις μέρες μας λέξεις) αναδεικνύονται με πολλές λεπτομέρειες, είναι αλήθεια, οι μέρες και νύχτες του άρχοντα Αφεντάκη, με την φαινομενικά υποτακτική και καλή καγαθή σύζυγο του, τους δυο του διαφορετικούς γιους, τη ρομαντική και άβουλη μοναχοκόρη και τις ψυχοκόρες και τους υποτακτικούς του. Αυτός ο αδηφάγος της ηδονής, που ζούσε μέσα σε ένα ηδονιστικό περιβάλλον με τις ψυχοκόρες να αποτελούν ένα ιδιότυπο “χαρέμι”, που διαφέντευε ως απόλυτος άρχων την πολιτική και οικονομική ζωή της περιοχής του, ανατρέπεται από το βάθρο του μέσα από μια οινική συμφωνία του μεγάλου του γιου Ανδρέα, που ενσωμάτωνε μια ιερότητα και μια σοφία, την άνοιξη και το φθινόπωρο, τα αρώματα των λουλουδιών και των βοτάνων, την αρχαία βακχική παράδοση των Ελλήνων αναμεμειγμένη με τους ύμνους των βυζαντινών χρόνων. Ο “ιερός οίνος” του Ανδρέα, που δημιουργήθηκε “εις το όνομα του Πατρός, της μάνας γης, του σύμπαντος κόσμου και της μεγάλης γενίκευσης, της ζωής”, μεθυστικά σε περιφέρει μέσα από το μυθιστόρημα αυτό σε ένα κόσμο ηδονής και ζάλης, θείων μυστηρίων και ερώτων, αύρας του Σύμπαντος και μοναστικής αυστηρότητας, ψυχολυτικών καταστάσεων και τελικά σε οδηγεί σ’ ένα ταξίδι αντιθέσεων και συνθέσεων ζωής, σ’ ένα ταξίδι σεπτού έρωτα που απελευθερώνεται μέσα απ’ τις οινικές ζυμώσεις της συγγραφέως. “Το κρασί του έρωτα” εν τέλει, είναι ένα μυθιστόρημα αλλιώτικο, μεθυστικό και “εύοσμο”. Αξίζει να κοινωνήσει κανείς μαζί του.
****
ΛΟΡΑΝ ΓΚΟΝΤΕ : Ελντοράντο
εκδόσεις μεταίχμιο, Αθήνα2007, σελ. 226.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος # 13/Άνοιξη 2008 - © Πάνος Καπώνης
Από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» στη σειρά ξένη λογοτεχνία, κυκλοφόρησε το τελευταίο μυθιστόρημα του βραβευμένουμε το Γαλλικό βαραβείο Goncourt Laurent Gaude «Ελντοράντο» σε μετάφραση της Κλαιρ Νεβέ. Μετά την μεγάλη επιτυχία του προηγούμενου βιβλίου του Κάτω από τον ήλιο του Νότου, που γι’ αυτό τιμήθηκε με το γαλλικό βραβείο Goncourt, σημαντικότατη διάκριση στη Γαλλία (κυκλοφορεί και αυτό από το Μεταίχμιο), ο Γκοντέ με το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του Ελντοράντο μας μεταφέρει στις ακτές της Μεσογείου, όπου παρακολουθούμε το δράμα των λαθρομεταναστών, που αναζητούν στον ήλιο της Ευρώπης καλύτερες μέρες. Ο μύθος εκτυλίσσεται στις ακτές της νότιας Ιταλίας, μέσα απ’ τα μάτια του κυβερνήτη μιας ιταλικής φρεγάτας, του Σαλβατόρε Πιράτσι. Δομημένες οι περιγραφές, με ιστορίες αργού θανάτου και κομματιασμένων ονείρων ανθρώπων που το μόνο που είχαν ήταν η ύπαρξη τους, αλλά που στο βάθος των ματιών τους υπήρχε το δικό τους «Ελντοράντο». Πίσω από τον μύθο όμως, το μυθιστόρημα παίρνει κι άλλες διαστάσεις που άπτονται της τρέχουσας πολιτικής, αυτής που μέσα στις σκοπιμότητές της, δεν υπολογίζει τίποτα, ούτε καν την ανθρώπινη ζωή. Όμως μέσα απ’ τις σελίδες του «Ελντοράντο», αναδεικνύονται και οι αρνητικές αντιθέσεις του βολικού κενού των ευρωπαίων πολιτών και της εξαθλίωσης των λαθρομεταναστών, που ανζητούν μια ευκαιρία για ζωή. Ακόμα όμως, αποκαλύπτονται τα θετικά στοιχεία των αρχών του ευρωπαϊκού πολιτισμού, που ακόμη κι αν αλλοιώνονται, αντέχουν ακόμη. «Υπήρχε ένα πλοίο που έψαχνε ένα άλλο πλοίο. Άνθρωποι που ξεκινούσαν να σώσουν άλλους ανθρώπους, από ένα είδος άρρητης αδελφοσύνης. Γιατί, δεν αφήνουμε τη θάλασσα να τρώει τα πλοία. Δεν αφήνουμε τα κύματα να καταπίνουν ζωές χωρίς να προσπαθήσουμε να τις ξαναβρούμε», έλεγε ο Πιράτσι. Μέσα του μια σκέψη επικρατούσε : «Να παίρνει πίσω τους ανθρώπους από το θάνατο, να τους αποσπά από το στόμα του ωκεανού. Όλα τα υπόλοιπα, οι διαδικασίες σύλληωης, τα κέντρα προσωρινής κράτησης, οι σφραγίδες στα χαρτιά, όλα αυτά … φάνταζαν γελοία και απωθητικά». Αυτό είναι ένα μήνυμα του βιβλίου, που βγαίνει μέσα απ’ τις σκληρές περιγραφές, σκληρές όχι μόνο ως προς τα γεγονότα, αλλά και ως προς τις ψυχολογικές καταστάσεις των ηρώων του. Ένα μήνυμα που πίσω του κρύβει ένα «Ελντοράντο», ια ελπίδα που θα οδηγεί τους λαθρομετανάστες σε κάποιες άλλες χώρες, όπου οι άνθρωποι δεν πεινούν και «όπου η ζωή είναι αποτέλεσμα μιας συμφωνίας που έχει γίνει με τους θεούς».
****
Νίκος Μάντης : Ψευδώνυμο
εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σελ. 192.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, # 10, Καλοκαίρι 2007. © Πάνος ΚαπώνηςΜια συλλογή διηγημάτων συνήθως, δεν κάνει μεγάλη αίσθηση, αφού οι εκδόσεις αυτού του είδους δεν είναι πολύ συχνές. Όμως, διαβάζοντας τα διηγήμτα του πρωτοεμφανιζόμενου Νίκου Μάντη, στο βιβλίο του Ψυεδώνυμο, αυτή η αίσθηση αναιρείται, αφού η ωριμότητα της γραφής του δικαιώνει την έκδοση των έντεκα διηγημάτων της συλλογής. Το βιβλίο περολαμβάνει ιστορίες εκ του σύνεγγυς, «πρόσωπο με πρόσωπο», για να αναφέρω τον τίτλο ενός διηγήματος. Γραφή σημερινής γλώσσας καθομιλούμενης, με εμβόλιμες αγγλικές λέξεις, ως καταγραφή των γλωσσικών διαστρεβλώσεων της νέας γενιάς. Μπαίνοντας στο κλίμα των διηγημάτων είναι σαν να εισέρχεσαι «στα κλάμπ», στις συναυλίες» και να βλέπεις «έναν αγριεμένο ωκεανό από κόσμο, μαστιγωμένο από ρεύματα αδρεναλίνης και ecstasy» (Η μνηστή του Τόμπι Γουίλιαμς). Ο Νίκος Μάντης προβαίνει σε μιαν ανατομία του σήμερα, της εποχής του, που εκφράζεται με ενθουσιασμό και ορμητικότητα, για να μην πω τόλμη, όπως και η ποικιλία της γραφής του από διηγήμα σε διήγημα σε μια μοντέρνα κατάθεση λόγου. Ωμή γραφή, χωρίς συμβιβασμούς και καλολογικά πρότυπα : «ανοίγει τα πόδια, κατεβάζει το εσώρουχο βλέπω το χάσμα γελάει μου βγάζει τη γλώσσα με παίζει και με οδηγεί μ’ οδηγεί μου λέει «τώρα…» (Λευκή). Τα διηγήματα αυτά, με τίτλους που προδικάζουν το περιεχόμενο («Αθάνατος στη Βενετία», «Η μνηστή του Τόμι Γουίλιαμς», «Λευκ’η», «Πρόσωπο με πρόσωπο», «Σαύρα στο λαιμό», «Μ’ αγαπάς;» κ.α.), αποπνέουν τη δροσερά ορμητική αύρα της πεζογραφικής γραφής, που μέσα από τη σκληρή απεικόνιση αναδεικνύει μια εσωτερική ευαισθησία «όπως το φεγγάρι καθρεφτίζεται σε νερό ταραγμένο». Κι εδώ που τα λέμε, αυτ’α τα διηγήματα διαμορφώνουν μια συνειδητότητα απαραίτητη στον κόσμο μας, για να βελτιώνουμε, με την καταγραφή της πραγματικότητας, το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ο Ν. Μάντης προσφέρει στον αναγνώστη, από τη σκοπιά ενός νέου ανθρώπου-συγγραφέα, μια φρέσκια ματιά σε αυτό το γίγνεσθαι. Έτσι βιώνουμε και εμείς αυτές τις συνισταμένες των διηγημάτων του συγγραφέα, ως τάσεις μιας νέας διαμορφούμενης ζωής, ξεπερνώντας τους κώδικες μιας τυπικής επικοινωνίας με τους άλλους, ώστε το «μ’ αγαπάς» να είναιθ όχι μια έκφραση ρουτίνας ή απλού παιχνιδιού, αλλά ένα ουσιαστικό τελετουργικό αληθινής ζωής.
***
[1] ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΣΕ ΚΟΚΚΙΝΟ ΦΟΝΤΟ
Ξενοφών Μπροντζάκης : Οι καλύτερες μέρες
εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 2007, σελ. 457.
* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα, # 11, Φθινόπωρο 2007. © Πάνος ΚαπώνηςΟ τίτλος Οι καλύτερες μέρες του τελευταίου, τρίρου μυθιστορήματος του συγγραφέα Ξενοφώντα Μπρουντζάκη, είναι εμφανώς ειρωνικός, όταν στο βιβλίο, ένα μίζερο κομματικό περιβάλλον παρουσιάζεται ως καμβάς, σαν το κρύο κρύσταλλο του καθρέφτη, όπου η αφηγήτρια του έργου, Ισμήνη, ασκεί τις ερωτικές της φαντασιώσεις. Αυτό το περιβάλλον κυρίως, αλλά και άλλες πολιτικές αποχρώσεις παλαιότερων εποχών, χρησιμοποιείται από τον συγγραφέα ως φόντο, ως έμνευση ιστορική, χωρίς όμως να προβάλλει και ν’αξιολογεί γεγονότα και καταστάσεις. Όμως, η μιζέρια περιρίζεται στην πίσω πλευρά των κομματικών οργανώσεων της κομμονιστικής αριστεράς, σε αντίθεση με τις χυμώδεις και έντονες εξονολογήσεις και τις τολμηρές ερωτικές αναφορές της Ισμήνης, μιας νεαρής που, μεγαλωμένη ανάμεσα σε δύο δογματικούς γονείς, εκφέρει τον προβληματισμένο της λόγο στην αναζήτηση της ουσίας της ζωής. Το μυθιστόρημα έχει μια τρισδιάστατη δομή, χρονικά διαχωρισμένη από τις αρχές του 20ου αιώνα έως το 1944, τη δικτατορία των συνταγματαρχών και με απόληξη την περίοδο της μεταπολίτευσης. Ο χρονικός αυτός διαχωρισμός όμως δεν συμβαδίζει και με το ύφος της περιγραφής της κάθε περιόδου ως μιας ενιαίας ροής της συνέχειας του μυθιστορήματος. Η Ισμήνη, η ηρωϊδα του έργου, που χαρακτηρίζεται από στελέχη του κόμματος ως «μου…ρα», μας περιφέρει (φιλότιμη προσπάθεια, μπορώ να πω, του συγγραφέα) από τις αναδρομές παρελθόντων εποχών, που έχουν έντονο τον επηρεασμό τους από το πολιτικό κλίμα της κάθε αναφερόμενης εποχής, πλην της περιόδου της δικτατορίας, όπου κυριαρχούν οι σεξουαλικές αναταράξεις της, μέχρι τα διλήμματα της μεταδικτατορικής εποχής. Μέσα από την ερμητικότητα της αφήγησης, ανάγλυφα εμφανίζονται ως φιγούρες – ήρωες οι δύο γονείς, που «και οι δυό τους έμοιαζαν σαν να επέβαλλαν έναν έλεγχο …» και πίστευαν ότι «ο καθένας αποτελούσε κι ένα μικρό κομματάκι του (κόμματος) … Το κάθε άτομο, αποκομμένο απ’το γιγάντιο σώμα του Κόμματος, δεν ήταν παρά ένα άχρηστο κι ασήμαντο σκουπιδάκι, κάτι σαν ψίχουλο από μεγάλο φαγοπότι, πεσμένο στο πάτωμα …». Ο πατέρας, «μέλος του Κόμματος, καθηγητής φιλολογίας – τίποτα άλλο. Έτσι που τον αναγνώριζα ευκολότερα σαν ένα κομμουνιστή καθηγητή, παρά ως πατέρα …», αιχμάλβωτος σε μιαν αυταπάτη, πίστευε πως η κοινωνία αποτελούνταν από ανθρώπους πάνω-κάτω των ίδιων ενδιαφερόντων. Έτσι οι συνειρμοί της ηρωϊδας την οδηγούσαν στο λογικό συμπέρασμα πως τέτοια συστήματα έχουν σκοπό να εξομοιώνουν – δηλαδή να εξοντώνουν – με συνοπτικές διαδικασίες όλες τις ζωές. Με’άλλα λόγια να παράγουν μάζες, να κόβουν και να ράβουν συμπεριφορές, να καλουπώνουν χαρακτήρες, με αποτέλεσμα όλοι οι άνθρωποι να μοιάζουν σαν ένας άνθρωπος. Η μητέρα, μέλος κι αυτή σημαντικό του Κόμματος, με ξορίες και βασανιστήρια στο ενεργητικό της, τύπος σκληρός, άνθρωπος ιδεολογίας που δεν περιοριζόταν στα λόγια, που μπορούσε κανείς να την σμάσει, αλλά όχι να την αγαπήσει, έφθασε να ομολογεί στα στερνά της : «Θα έλεγα πως σήμερα έχω μες στο μυαλό μου την εικόνα του Κόμματος σαν μιας τεράστιας μάζας από γεμάτες τραύματα και στραπατσαρισμένες σάρκες, αποκρουστικής στη θέα μάζας … Το σώμα μας υπήρξε το μεγάλο θυσιαστήριο, που πάνω του το Κόμμα θα διακήρυττε την απόλυτη βασιλεία του … Το κέφι, η ξεγνοισιά και η ευτυχία μας έγιναν ξένες κι εχθρικές συνθήκες ζωής, αξίες μόνο για τους μαλθακούς και τους διεφθαρμένους – για τους μπουρζουάδες και τους λακέδες τους». Ακόμη, δευτεύοντα αλλά καθοριστικά πρόσωπα, αναδεικνύονται σαν στίγματα διορθωτικά μιας πορείας ζωής και μιας τελικής διαμόρφωσης που οδηγεί σε έναν διάχυτο ερωτισμό, εκείνων της μεταπολιτευτικής εποχής, σε μια διαστρέβλωση της αγάπης, που απευθυνόταν σε όλο τον κόσμο, αλλά δεν μπορούσε να στραφεί σε έναν μεμονωμένο άνθρωπο. Έτσι ο Μπρουντζάκης καθορίζει τη μοίρα της ηρωίδας του, που έχει προδιαγραφεί στους οικογενειακούς κόλπους, όπου κυοφορούνται τα πάσης φύσεως συμπλέγματα, και την οδηγεί μέσα από τους δαιδάλους ενο ασίγαστου ερωτισμού, να βιώνει το σώμα της διχασμένο «απ’ τη μια φτιαγμένο από φρέσκιες σάρκες, απ’ την άλλη φουσκωμένο από ιδέες, μανιφέστα, προκηρύξεις, διαδηλώσεις και κατακόκκινες, αιμάτινες σημαίες …» σε μια τελική ευθεία ερώτων και αχαλίνωτου πάθους, μέχρι το σημείο που το μυθιστόρημα αλλάζει μορφή, λες και η έμφαση δε δίνεται πλέον στις ιδεολογικές φιλοσοφικές αναζητήσεις που , μετά τις πρώτες αναφορές, παγιώνονται σ’ ένα σεξουαλικό παρασκήνιο της κεντρικής σκηνής του Κόμματος, χωρίς καμία λύτρωση, παρά μόνο ως επιστροφή στο παρελθόν. Όμως, αδιευκρίνιστη παραμένει η πρόθεση του συγγραφέα. Σε τι ήθελε να καταλήξει ; Στην απομυθοποίηση ενο δόγματος ή μέσω αυτού στην απελευθέρωση της ζωής ;
******










