Στο 9ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού (δε)κατα που είναι αφιερωμένο στη ποίηση 2007, δημοσιεύεται το ποίημα «Αρχαίο Τραμ» και δύο βιβλιοκριτικές των ποιητικών συλλογών : «κίτρινη σκόνη» του Τηλέμαχου Χυτήρη (ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚ ΠΡΟΜΕΛΕΤΗΣ) και «δευτερόλεπτα του φόβου» του Γιάννη Κοντού (ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΗ ΕΜΒΟΛΙΜΗ ΜΕΜΒΡΑΝΗ).
Πάνος Καπώνης
Αρχαίο τραμ
Ιερογλυφικά σανδάλια
Οδηγούσαν το κέλυφος του γρανίτη
Σε ανάποδες πυραμίδες και ήχους
Αιγυπτιακούς
Ανορθόδοξους στις λείες επιφάνειες
Των κώνων
Της μετενσάρκωσης των οφθαλμών μας
Απέραντη η λεωφόρος της ερήμου
Στο σχήμα ενός συμβόλου ζωής
Με σκόνη αιώνων
Να ανεμίζει τις υπναλέες μούμιες
Υπεράνω των φοινίκων
Στην κατεύθυνση της Λιβύης
Το αρχαίο τραμ έτριζε
Από τ’ αρχαία χρόνια δίπλα στη θάλασσα
Σκουριασμένη διαδρομή
Από το Ναυτικό Oμιλο Αλεξανδρείας
Μέχρι την οδό Σελίμ
Eνθα τα μεγάφωνα του Ισλάμ
Ιερά κιγκλιδώματα όμως μας στρίμωξαν
Στις οξειδώσεις των οχημάτων
Aμα τη αφίξει μας
Κάτω από τρούλους και περιπατητές
Σε ελληνικά κλασικά κατάλοιπα
Και το παλιό μεγαλείο της παραλίας
——————————————–
Η «ΟΥΣΙΑ» ΕΝΟΣ ΥΠΟΥΡΓΟΥ (*)
Τηλέμαχος Χυτήρης : κίτρινη σκόνη / εκδόσεις κέδρος 2006
(*) Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος 9ο ΠΟΙΗΣΗ 2007
______________________________________________
«Ένα ποίημα αρχίζει από μια σκέψη, πολλές φορές τυχαία, κάποιες άλλες βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια άσπρη κόλλα…» είπε ο Τηλέμαχος Χυτήρης σε μια συνέντευξη του στο περιοδικό « highlights » στις 17-7-2006, μετά την έκδοση της τελευταίας (7ης) ποιητικής συλλογής του «κίτρινη σκόνη», με την διαφορά ότι, ο Κερκυραίος ποιητής δεν μας έδωσε μέσα στα 33 χρόνια της παρουσίας του στα Ελληνικά Γράμματα τέτοια δείγματα λευκής κόλλας … Ακόμα και στην περίοδο της έντονης πολιτικής δραστηριότητας, δεν εγκατέλειψε την πρώτη του αγαπημένη [ο ίδιος τη χαρακτήρισε έτσι] εκδίδοντας τρία ποιητικά βιβλία (1983, 1986 & 1988). Αυτό δε εξακολουθεί να γίνεται, από την εποχή που σε μια ποιητική βραδιά στο Πνευματικό Κέντρο «ΩΡΑ» διαβάσαμε για πρώτη φορά τα ποιήματα μας μπροστά σε κοινό.
Η «κίτρινη σκόνη» περιλαμβάνει «ποιήματα εκ προμελέτης» (για θυμηθώ την ομώνυμη πρώτη του ποιητική συλλογή, που εκδόθηκε το 1973 από τον Κέδρο), με την έννοια της ανάδειξης των τόνων μιας αθωότητας, με την διαφορά ότι τώρα η αθωότητα αποτελεί την συγκάλυψη των κρυφών πτυχών εσωτερικών πνευματικών διεργασιών και πάντα με την λιτότητα που διακρίνει το έργο του και που ανατέμνει τη σημαντικότητα του απρόοπτου, σε μια αφαιρετική μοντέρνα κατάθεση «Σαν τη βροχή / Σαν τον καπνό / Στον πολύχρωμο κήπο μου / Μιλά το διάφανο νερό. / Είναι οι άφαντοι, / Το νόημα του Κόσμου».
Πράγματι, διαβάζοντας τις τελευταίες δημιουργίες στην συλλογή αυτή, αισθάνθηκα μια «αύρα» συμπυκνωμένης λυρικότητας, μια αναγεννημένη ευαισθησία για «τις κορυφές των κυπαρισσιών» που «αγγίζουν την απουσία», για τη «Γυμνή όψη του κόσμου».
Κι εδώ που τα λέμε, το νόημα του Κόσμου [το κάπα κεφαλαίο] για τον Χυτήρη, είναι όχι η Πολιτική [που είναι απαραίτητη στον κόσμο όταν κινείται σε θετικές κοινωνικές κατευθύνσεις και την οποία υπηρετεί με συνέπεια τόσα χρόνια] αλλά η Ποίηση, η κρυπτογραφική έκφραση της «Ουσίας», μια ποίηση που όπως είπε ο ίδιος σε ένα πρόσφατο ποίημα του, το «Μικρό Μανιφέστο» «είναι λέξη και έξη / είναι μυθική και ηθική / Η ποίηση είναι μύηση / Με την ποίηση φτάνεις εκεί / που δεν φτάνει η γνώση».
Κι αυτή η συνεπής ποίηση του, με τις κωδικοποιημένες λέξεις της και το σεβασμό στον ποιητικό τους χειρισμό, αναδύει έναν λόγο πλήρωσης σε δεύτερο επίπεδο, πέρα από το εφήμερο της αίσθησης του «Κόσμου», που οδηγεί στην ολότητα μιας εσωτερικής και όχι μόνο εσωστρεφούς ουσίας, η οποία τον προτρέπει να στέλνει μηνύματα εν είδη εκλάμψεων προς τους «έξω».
«Ω νυχτερινή
Άυλη αλλαγή μου
Καταδίκη
Του απόλυτου χρόνου
Κοντά στην ενόραση
Βλέπω τη ζωή
Κύκλους που γράφω
Σώματα
Ψυχές
Ψιχία τετριμμένα»
Η υπαινικτική γραφή του, όπως βιώνεται από μένα, καταγράφει τις συνισταμένες των προσωπικών αισθήσεων και όχι αισθημάτων, που μπορεί να είναι οι επί μέρους στάσεις μιας ζωής ή μιας φιλοσοφίας της ζωής και έτσι τις προβάλλει, όπως στους στίχους : «Τους δρόμους των άστρων / Περπάτησα / Γυρίζοντας στη γέννηση μου / Πέρασα τα άβατα της Ιστορίας / Διαβάζοντας άγραφες σκέψεις / Βρήκα γνωστούς εκεί / Κι έμεινα ποιητής».
Ο Τηλέμαχος Χυτήρης πιστεύει στην «ουσία», που όχι μόνο το δηλώνει λεκτικά, αλλά και προσπαθεί να την καταγράψει – όσο αυτό είναι εφικτό – μέσα από την ποιητική δημιουργία, αφού [όπως λέει ο ίδιος], «Η ποίηση κάνει αυτό ακριβώς: φεύγει από την επιφάνεια, εισχωρεί στα πράγματα και ανακαλύπτει την ουσία. Και όταν την ανακαλύπτεις, τότε πραγματικά τα λόγια είναι περιττά, δεν χρειάζονται παρά ελάχιστα» και έτσι κατά τον Γιώργο Βέη «υποστηρίζει διεξοδικά μιαν αυστηρή πολιτική λεκτικών αφαιρέσεων, διευρύνοντας ταυτοχρόνως ποικίλες ζωτικές σημασίες και σημαδιακά ένδον τοπία».
Αν δεχθούμε ότι ο Χυτήρης έχει τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ πολιτικής και ποιήσεως, [πράγμα που δεν το αμφισβητώ], τότε, έχουμε μια εξαίρεση στον σχετικό για τους ποιητές Πλατωνικό «αφορισμό», αλλά και μια ελπίδα ότι η πολιτική θα γίνεται καλύτερη, έχοντας ως εκπροσώπους της ποιητές.
________________________
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό (δε)κατα τεύχος 9ο ΠΟΙΗΣΗ 2007
ΣΥΜΠΥΚΝΩΜΕΝΗ ΕΜΒΟΛΙΜΗ ΜΕΜΒΡΑΝΗ
Γιάννης Κοντός : δευτερόλεπτα του φόβου
Σκέφτηκα πολύ πριν γράψω αυτό το δοκιμιακό σημείωμα, με αφορμή το τελευταίο ποιητικό βιβλίο του Γιάννη Κοντού «δευτερόλεπτα του φόβου» που εκδόθηκε μέσα στο 2006 από τις εκδόσεις «Κέδρος».
Η σκέψη «περιμετρικά» ακολούθησε την πορεία του ποιητή – πορεία μεστή – από την πρώτη έκδοση της «περιμετρικής» το 1970 [και της δεύτερης το 2000], κίνηση σημαντική για μένα, μια που ο Γιάννης Κοντός, παραμένει ένας από τους πιστούς και κυρίαρχους εκφραστές της ονομαζόμενης «Γενιάς του 1970″, και μάλιστα από τα πρώτα της στάδια. Αναφέρομαι στην πρώτη αυτή έκδοση του ποιητικού του έργου, αλλά και στην επανέκδοση της το 2000, για να τονίσω την αναβάπτιση, στο κορύφωμα της δημιουργικότητας του, στην αθωότητα των πρώτων ποιητικών αναζητήσεων, αλλά και τη συμπυκνωμένη τώρα -στην ωριμότητα πια – του πυρήνα της ποιητικής του δημιουργίας, με την τελευταία έκδοση του 15ου βιβλίου.
Ο τίτλος της ποιητικής αυτής συλλογής δεν είναι τυχαίος. Αποτελεί την ένδειξη των αφομοιωτικών του τάσεων στο άνοιγμα του φωτός, πέρα από τις κλειστοφοβικές εκφάνσεις του Σαχτούρη, που οδηγούν στις «ανθισμένες αμυγδαλιές του Φεβρουαρίου και τα ζεστά κάστανα των φιλιών σου», όπου εκεί, η παρεμβολή των χρωματικών πινάκων του Χρίστου Καρά, δυναμώνει τον συμβολισμό της ποιητικής πύκνωσης του λόγου.
Ο αποσυμβολισμός όμως των «δευτερολέπτων του φόβου», μπορεί να αναγνωσθεί μεταξύ του ατομικού λυρισμού του Κοντού και της αδιαβάθμιστης συλλογικής εντύπωσης του κόσμου πού μας περιβάλλει :
«Μια γραμμούλα είναι ο ορίζοντας
Μετά, τι γκρεμός, Θεέ μου!»
Τα σφιχτά ποιητικά πεδία των ποιημάτων αυτής της συλλογής, θα μπορούσαν να γίνουν οι συνδετικοί κρίκοι των μέχρι τώρα δεκατεσσάρων ομόκεντρων κύκλων (βιβλίων) του ποιητή, ως συμπυκνωμένη δηλαδή εμβόλιμη μεμβράνη του ποιητικού του υλικού, ανεξάρτητα αν ο Κοντός ισχυρίζεται «τι φθορά κι αυτή η αιωνιότητα, τι σκουλήκι». Αυτό δίνει και μια απάντηση στην ανάγκη του ποιητή να ολοκληρώνει [και όχι να ολοκληρώσει] τους ποιητικούς του ρυθμούς κάθε φορά που ο χρόνος – βασικό στοιχείο της ποίησης του – σε δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες υποδηλώνει έκδηλα μια υπαρξιακή αγωνία, η οποία αναζητεί μέσα από την απουσία φωτός, τη φωτεινή ανθρωποκεντρική διέξοδο.
Η Έλενα Χουζούρη, είχε πει το 1993, στη παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «στο γύρισμα της μέρας», Κέδρος 1992, ότι «……Ο Κοντός έχει δημιουργήσει από καιρό ένα στέρεο μυθολογικό σύμπαν με πλούσια υλικά και περίσσια τέχνη, ένα σύμπαν μέσα στο οποίο ο ποιητής πραγματοποιεί τις καταδύσεις και αναδύσεις του…». Πράγματι και στο «δευτερόλεπτα του φόβου» οι παραπάνω κατακτήσεις του Γιάννη Κοντού είναι όχι μόνο εμφανείς, αλλά δεμένες πολύ περισσότερο με τη ζωγραφική και τη μουσική, που δεν χαρακτηρίζονται μονάχα από τους θαυμάσιους πίνακες του Καρά, αλλά αποτελούν μια οργανική ενότητα με τη λυρική ποιητική του Κοντού, αναδεικνύοντας και εικαστικά την εμμονή του ποιητή στη «γραφίδα-κάμερα» [χαρακτηρισμός του Γ. Παναγιώτου] όταν γράφει πχ :
«Παρακολουθώ το φως που κυλάει παντού
και παίρνει διάφορα σχήματα
Υποδύεται το υγρό και εγώ με τη σειρά μου
γίνομαι στυπόχαρτο και ρουφώ τα μελάνια του»
Ο αναγνώστης του τελευταίου ποιητικού βιβλίου του Γιάννη Κοντού, μπορεί να μην επικοινωνήσει με τα σε δεύτερο επίπεδο στοιχεία της ποιητικής του, όπως τα «διαβάζω» εγώ, που τον γνωρίζω από την εποχή της «Περιμετρικής» του 1970, αλλά θα διαγνώσει τη σημαντικότητα των στίχων του, ως μια συμβολή του ποιητικού και εύθραυστου μικρόκοσμου στη δυναμική της ποίησης, όπως «η φωτογραφία σου απέναντι στον ουρανό, καθρέφτης». Εδώ βέβαια δεν έχουμε να κάνουμε με την πραγματικότητα ή τις παρυφές της, όπως στον «αθλητή του τίποτα», που χάρισε στον Κοντό το Κρατικό Βραβείο Ποίησης [1998], αλλά με την εκλέπτυνση μιας ποιητικής αφής και καθολικής ευαισθησίας που αναδύουν οι στίχοι του «φόβου», φόβου μπροστά στην τρυφεράδα των λέξεων, μη τυχόν και μαραθούν :
«Μόνο κάτι χορταράκια
με τον κυματισμό τους
αντιστέκονται στον καιρό»
