Στην επιθεώρηση λόγου & τέχνης της EAΛ «ΠΑΡΟΥΣΙΑ» τεύχος 47 : ένα δοκίμιο του Πάνου Καπώνη για τον συγγραφέα Κώστα Τριανταφυλλίδη.
Μεταξύ άλλων γράφουν : Χρ. Τζούλης, Χρ. Κορέλας, Κ. Λάμπος, Ελ. Χωρεάνθη, Έλλη Γιαννοπούλου, Δημ. Πιστικός, Γ. Καραμητσόπουλος, Α. Κορδόση και άλλοι.
«ΤΑΜΕΙΟΝ ΛΟΓΟΥ» Κώστας Τριανταφυλλίδης
Ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, ο δικός μου δάσκαλος από τα γυμνασιακά μου χρόνια, δεν είναι ο διάσημος συγγραφέας που προβάλλεται και προβάλει το έργο του, ούτε ο άνθρωπος που θα επιζητούσε ποτέ τη δημοσιότητα. Πέρα από το προσωπικό συναισθηματικό μέρος του μαθητή προς τον καθηγητή του, στο δοκιμιακό αυτό σημείωμα μου, θα προσπαθήσω να αναδείξω, με όση αντικειμενικότητα μπορώ, την διάσταση ενός φιλοσοφούντος συγγραφέα και κατ’ εξοχή δοκιμιογράφου, ενός ανθρώπου, που ανάλωσε την ζωή του ανάμεσα στους χιλιάδες τόμους της βιβλιοθήκης του και στην παιδαγωγική του εκφορά, όχι μόνον ως δάσκαλος με την ακριβή σημασία της λέξης, αλλά και μέσα από τα γραπτά του, που είδαν συγκεντρωμένα το φως της δημοσιότητας με την έκδοση των βιβλίων του : «Ακροβασία» (Αρμός 1994) και «Ταμείον» (Ευθύνη – Αναλόγι 2004), στα οποία συγκέντρωσε τα κατά καιρούς δημοσιευθέντα δοκίμια του, από το 1973 μέχρι το 1994 στην «Ακροβασία» και από το 1994 μέχρι το 2004 στον τόμο «Ταμείον».
Αν θα θέλαμε να σκιαγραφήσουμε περιγραφικά τον συγγραφέα, θα αρκούσε ένα σταχυολόγημα από τους τίτλους των δοκιμίων του : «Έρως και μοναξιά» , «Η δύναμη του ελάχιστου», «Το διάτρητο σώμα», «Η μεταφυσική της αδυναμίας», «Ο λόγος και η σιωπή», «Η γεωμετρία του Απέριττου», «Παρά θιν αλώς», «Η αλήθεια ως Α-Λήθη», όπου μόνο με την ανάγνωση τους, μπορεί να διαπιστώσει κανείς την φιλοσοφημένη προβληματική του Κ. Τριανταφυλλίδη πάνω σε θέματα που απασχολούν τον σκεπτόμενο σύγχρονο άνθρωπο. Όμως , η επιγραφική ανάγνωση των κειμένων αυτών, προτρέπει τον υποψιασμένο αναγνώστη, στην εμβάθυνση των στοχασμών ενός ανήσυχου πνεύματος, που βιώνει την τραγικότητα των καιρών μας, την έλλειψη της πνευματικής υποδομής των σύγχρονων Ελλήνων.
Η συγγραφική ματιά του Τριανταφυλλίδη εκπέμπει αγνότητα χωρίς αφέλεια, σοφία χωρίς επιτήδευση, πνευματικότητα χωρίς την επίφαση προβολής, διαλογισμό χωρίς επιγανειακές ανα-τάσεις. Θέλω να πω, πέρα από οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους μου ωραιοποίησης της προσωπικότητας του συγγραφέα, ότι ο Κώστας Τριανταφυλλίδης κατάφερε να προσδώσει στο Λόγο με την δόκιμη χρήση της Ελληνικής γλώσσας – πρωτόγνωρη αυτή η γνώση για τους καιρούς μας – το πραγματικό νόημα των καταστάσεων και των θεμάτων που δια-χειρίζεται στα άρθρα του. Η τάση του, να προβληματίζεται και να προβληματίζει τον αναγνώστη ενεργό δέκτη των αναλύσεων του, που επί της ουσίας αποτελούν κείμενα με φιλοσοφικό υπόβαθρο, οδηγεί στην αφύπνιση των συνειδήσεων των σύγχρονων ανθρώπων – ιδία των σκεπτόμενων ανθρώπων – προς την κατεύθυνση της ανάκτησης των χαμένων [χαμένων ;] αξιών του πολιτισμού, της ηθικής και κοινωνικής ζωής, της τέχνης, καθώς και των ανθρώπινων προβλημάτων κάτω από το πρίσμα μιας οπτικής «μπροστά στην αστραπή της θεότητος», που εν γένει αποτελεί και μια αφετηρία των λόγων του.
Ο λόγος του συγγραφέα δεν είναι όμως υπερβατικός, με την έννοια της καταστρατήγησης της κοινής νατίληψης, παρ’ όλο τον εμπλουτισμό της γραφής του με όλες τις ελληνικές λέξεις, όχι στην τυποποιημένη εκφορά τους, αλλά στην νοηματική τους καταγραφή. Αντίθετα, προσπαθεί μέσω των δοκιμίων του, να εμ-βάλει την αίσθηση – έστω – των νοημάτων του στην υπηρεσία του βίου, ενός βίου, που κατά τον ίδιο τον συγγραφέα, «διέπεται από μια παλινδρομική κίνηση ανάμεσα στο γενικό και το ειδικό (συνεπακόλουθα : τα καθόλου και τα επιμέρους, τα απρόσωπα και τα προσωπικά, την αφηρημένη ζωή και τη συγκεκριμένη και «καυτή» στιγμή του ζην».
Η αναφορά του «βίου» στον Τριανταφυλλίδη δεν είναι τυχαία. Ελπίζει πως με τη διδαχή [επισήμανση] των ακριβών του κειμένων, θα επανακάμψει ο σύγχρονος άνθρωπος στην ουσία της ύπαρξης του, η οποία έχει εγκλωβιστεί «στη συναστεία του αριθμού και την κυριαρχία του όγκου», αφού ο αριθμός, δηλαδή τα «πολλά» στις μάζες, τα υπάρχοντα και τις εκδηλώσεις είναι καταλυτικός. Στοχάζεται : «Το μηδέν (μη περαιτέρω) του «πολιτισμένου» δεν είναι στην τάξη της ποιότητας. Είναι στην τάξη της ποσότητας. Είναι στη γραμμή ολίγον-πολύ-πλέον-πλείστον, τα οποία είναι βαθμίδες του μετρήσιμου, όχι του μέτρου. Το μέτρον είναι στην τάξη της ποιότητας και είναι αδιαβάθμητο, έχει μοναδική βαθμίδα το ΟΛΟΝ. Το «όλον» μπορεί να είναι το «πλείστον», μπορεί όμως να είναι και το «ολίγον», ακόμα και το «ελάχιστον» (ας πούμε, ένα κελί, ένα χαμόγελο, ένα δάκρυ, ένα ανθρώπινο «χαίρε»!».
Η φράση του δοκιμιογράφου «Το μέτρον είναι αμέτρητον», σηματοδοτεί και το όλο νόημα της εκ-παίδευσης του Τριαναταφυλλίδη προς εμάς, τους μαθητές, τους αναγνώστες, τους συν-ανθρώπους (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ τη σήμανση των λέξεων που ενσωματώνει στα κείμενα του), ώστε να μπορέσουμε αντί των θεαμάτων, ν’ αντικρίσουμε τη θέα του κόσμου.
Φυσικά, με τέτοια γνώση και επίγνωση, ο Τριανταφυλλίδης, δεν θα άφηνε έξω από τις θεματικές του επιλογές την ποίηση, παρ’ όλο που δεν είναι ποιητής. Είναι όμως ποιητικός, όπως φαίνεται ξεκάθαρα και σε πρώτο και κυρίως σε δεύτερο επίπεδο, από τη γραφίδα του. Κι εδώ, οι αναφορές του και επισημάνσεις του, καλυμμένες σε ένα δοκιμιακό μανδύα, προσπαθούν να εντρυφήσουν στην βαθύτερη ουσία της ποίησης. Στο τέταρτο μέρος του τελευταίου βιβλίου «περί ποιήσεως τινά …», αναφέρεται στα «όρια και μεθ-όρια» του λόγου και στην υπέρβαση του, που αγγίζει την ποίηση, στην ερωτική ποίηση, στα «γιατί και για τι» της λογοτεχνίας, στην ανάγνωση [θα έλεγα ανα-γνώση] στο λόγο και την εικόνα κ.λπ.
Για τον «ποιητικό» Τριανταφυλλίδη, η «Ποίηση είναι η μαγεία του λόγου», είναι ο «μετεωρισμός του λόγου» ανεξάρτητα εάν οι όποιες αναφορές του ανατρέχουν στο συλλογικό ή ατομικό ποιητικό σώμα. Η καταγραφή λοιπόν αυτής της «αίσθησης», δίνεται στα δοκίμια αυτά με τέτοιο τρόπο, που αν οι λέξεις χρησιμοποιηθούν από έναν ποιητή, θα μπορούσαν να συνθέσουν ένα αυτοτελές ποίημα, όπως :
«Το μηδέν κατευθύνεται πάσιν άνω κάτω / μπροστά στην ακύρωση, μια στιγμή απουσίας / στο φέγγος του σκοταδιού / και το χαμόγελο αυτής της μοναξιάς / μια εισβολή του αδύνατου / προς το τέλος / λευκό πανάκι της χίμαιρας».
Ή
«Σπινθήρας η μορφή σου / το Α και Ω του θεάματος μετά από αυτή δεν υπάρχει τίποτα. / Είναι το παν της οπτικής / ο λόγος της σιωπής».
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι ο ποιητής αρχίζει από το τίποτα. Δεν κατασκευάζει από «κάτι», αλλά είναι δημιουργός μιας «αχειροποίητης» δημιουργίας, μιας ά-μεσης και ενορατικής σύλληψης του όντος (ακριβώς έτσι – λέει ο Τριανταφυλλίδης) – «σύν-ληψη, παναπεί όλον !». Ο λόγος αυτός δεν χρειάζεται τεκμηρίωση, γιατί η Ποίηση είναι αισθητική και δεν τεκμηριώνεται ! Είναι – όπως χαρακτηριστικά αναφέρει – «Είναι αενάως «νυν» : μια στιγμή αιωνιότης ή αιώνια στιγμή». Εξειδικεύοντας τους στοχασμούς του, επικεντρώνεται στην ερωτική ποίηση, την οποία θεωρεί ως ένα ευπαθές σημείο τομής της γέννας και της ομορφιάς, όπου συναντιέται ο Έρωτας και η Ποίηση, αλλά ο Κ. Τριανταφυλλίδης διευρύνει την έννοια της, ως μυστικής έλξης προς κάθε στοιχείο ζωής. Προτάσσει δε και έναν λόγο του Jouan Ramon Jimenez : «Το κορμί σου μαζί με την ψυχή μου, αγαπημένη, και το δικό μου το κορμί μαζί με την ψυχή σου».
Εν τέλει ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, με τα γραπτά του, αλλά και μεταφορικά με τη «διδασκαλία» του, χάραξε μια «τέχνη» της σκέψης, αυτής της ουσιαστικής σκέψης που έχουμε πάντα ανάγκη ως σκεπτόμενοι άνθρωποι, έστω και εάν λειτουργεί απλά ως διαδικασία διέγερσης των αποκοιμησμένων εγκεφαλικών μας κυττάρων.
