Ποιήματα σε λογοτεχνικά έντυπα

1656000_1457257341155575_1778394324_n

Στο λογοτεχνικό περιοδικό «Φρέαρ»# 5 [Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2014] που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από την Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014, δημοσιεύεται το ποίημα «ΑΝΤΙΦΩΝΑ» από την ανέκδοτη συλλογή μου «Αντί Ναυαγίου». Επί του στερεώματος Κύριε / όποιος κι αν είσαι / στερέωσες την ερυθρά σελήνη / και μείωσες το φως της / για να μην βλέπουμε την νύχτα / της ερήμωσης του πλανήτη.                                       Επί του στερεώματος και πάλι / αμέτρητα τα Πρόσωπα σου / είδωλα στη γη των προγόνων Σου / και θυμιάματα με αρτοκλασίες / και υποκρισίες πίσω από τα ράσα / των ιερέων των θρησκειών Σου. / Και επί της γης ειρήνη είπες / αλλά δεν σε άκουσαν Κύριε.1512016_402124506588801_1118486537_oΚυκλοφόρησε το περιοδικό Εμβόλιμον Νο 69-70 (Φθινόπωρο 2013-Χειμώνας 2014) που γιορτάζει με το τεύχος αυτό τα 25 χρόνια κυκλοφορίας του, με επιμέλεια όπως πάντα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη. Στα περιεχόμενά του περιλαμβάνονται και τα ανέκδοτα ποιήματα του Πάνου Καπώνη :

Το τρένο απ” τα Γιάννενα
Το τρένο απ” τα Γιάννενα / περνούσε ρυθμικά στην πλατεία / μια ταχεία που έτρεχε ολοταχώς / κι εγώ να κυλώ μαζί της / σε μια ορεινή πορεία προσμονής. //  Δεν είχα γελάσει τα τελευταία / χρόνια της πίκρας και της μετάνοιας / μέχρι που το τρένο ξεκίνησε / καμαρωτό-καμαρωτό διαβαίνοντας / στα βουνά τα δύσβατα. // Κι ο τρελός άνεμος τόσο καθαρός  / να σφυρίζει μέσα απ” τους / εύθραυστους κήπους και τα περιβόλια / ψύχοντας την θερμή ατμομηχανή / σαν περνούσε τα διάσελα. // Έξω απ” το παράθυρο η έκσταση / αφήνοντας πίσω μας τα Γιάννενα / με μια μαγεμένη μελωδία / που ταίριαζε στο πλαίσιο της εικόνας / στο φευγαλέο πράσινο τοπίο. // Στο τοπίο που τα φύλλα του έπεφταν / σαν αισθήματα Φθινοπώρου / και συννεφιασμένα σκοτεινά δέντρα / πεύκα που κάθονταν στο φαράγγι / και χαιρετούσαν το στιγμιαίο τρένο. // Το τρένο απ” τα Γιάννενα / κρύβονταν στις υπόγειες διαβάσεις / και κατά κάποιο τρόπο έτρεχε / προς τα πίσω για τα Γιάννενα / να δει εκεί στην πλατεία το πρώτο φως. Οι Εφημερίδες
Γιατί στριφογυρίζω στον πρωϊνό ήλιο ; / Σαν ταξίδι αναλαμπής σε πορεία / ενθύμησης μέσα στην οχλοβοή. // To πλήθος, οι σημαίες, μουσικές / κι αυτές στροβιλίζονταν το πρωΐ  / μαζί με τα συνθήματα αναθήματα / αισθήματα παθήματα μαθήματα / εξανθήματα και άλλα θύματα // κι οι πολιτικοί να θυσιάζονται / για την τέχνη φυτεύοντας γιασεμιά / γύρω απ” την δημόσια εξέδρα τους / οι εφημερίδες / οι εφημερίδες φωνάζουν / διαβάστε
για το θλιμμένο έθνος / για τον ερημωμένο ήχο της πατρίδας / τα στιλπνά μάρμαρα που λάμπουν / την επανάσταση που δεν έρχεται / τα βουρκωμένα μάτια των κοριτσιών / τα άδεια πιάτα στο τραπέζι.
διαβάστε τώρα,
που το κοινό σκαρφαλώνει στους τοίχους / και τα γράμματα χάνουν το χρώμα τους / τώρα που οι μνήμες ξυπνάνε τα έγχορδα / που το ηλιοβασίλεμα δεν αναστέλλεται / και η άνοιξη εξακολουθεί ν” αντιστέκεται / σαν τον παλιό καλό καιρό της ανάστασης // διαβάστε // κουράστηκα ….   
Μαρούσι 11-11-2011 
 

20131101173645Σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, η Ανθολογία του ΗΛΙΑ ΓΚΡΗ > «ΤΟ ΜΕΛΑΝΙ ΦΩΝΑΖΕΙ – Η 17η Νοέμβρη στη λογοτεχνία», αναθεωρημένο και συμπληρωμένο σε 2η έκδοση (Νοέμβριος 2013), διατηρώντας τη στιβαρότητα της συλλογικής μνήμης όπως αυτή μετουσιώθηκε σε λόγο. 112 ποιητές (μεταξύ αυτών και ο Πάνος Καπώνης στην σελ. 61 με το ποίημα «ΕΛΛΗΝΙΚΑ Γ’» από την συλλογή ΚΟΚΤΕϊΛ Β) και πεζογράφοι, με τη σφραγίδα της άξιας γραφής τους, καταθέτουν τη μαρτυρία της εξέγερσης που, ενώ υπονομεύθηκε πανταχόθεν και παραχαράχθηκε, άντεξε και κατέστη, δίπλα στην Εθνική Αντίσταση, το απαύγασμα του αγωνιστικού φρονήματος.


1014343_517248561661585_1325209233_n-e1371288033369

Στο τεύχος # 8 του περιοδικού «Κουκούτσι» (Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2013) που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία από 14-06-2013 και είναι αφιερωμένο στην αγλλόφωνη καναδική ποίηση, στην περσική ποίηση από τον 10ο ώς τον 13ο αιώνα και στους Άγγλους μεταφυσικούς, φιλοξενείται μεταξύ άλλων αξιόλογων ποιημάτων και το ποίημα του Πάνου Καπώνη «Αθηνά» από την ανέκδοτη συλλογή του «Αντί Ναυαγίου».

Η δύση διαχέονταν μέσα / από τις φθαρμένες κολώνες / του Παρθενώνα / αιώνες αιχμαλωτίζοντας το φως / ως αντίδωρο / και δεν κατανοούσε τα χρώματα. # Εγώ ήμουν μια ψηλάφηση / του σώματος που αναπνέει / πάνω σε πλήκτρα πιάνου / στο ελεφαντόδοντο συγκεκριμένα / με το λεπτό λευκό φόρεμα / που χάραζες ρωγμές ήχων. # Το γέλιο σου διαχέονταν / ξαφνικά απ” την πύλη / αύρα αττική απογεύματος / μέσα στους αμφορείς / με αρωματικές αισθήσεις / κι ένα κενό ηδονής αβέβαιο. # Ήσουν μια ασφαλής θεά / με μια όμορφη ενοχή χορού / και λαμπρές εκδηλώσεις / στη γιορτή σου και μ” αγαπούσες / αγγίζοντας τον ήλιο / και μιαν ελιά που θρόϊζε.

 

rizaΣτο περιοδικό «Ρίζα Αγρινιωτών» (τχ 86, Οκτώβριος–Δεκέμβριος 2012), φιλοξενείται στην σελίδα 19, ενότητα Ποίηση, το ποίημα του Πάνου Καπώνη «Δωρική Γραφή» από την συλλογή «Σπινθήρες Καλωδίου», Αθήνα 2009 :

Δεν γεννήθηκα ανάμεσα στην ανταύγεια των λιμνών / Όπου οι σεισμοί καταπόντισαν το είδωλό μου / Ούτε που περπάτησα ως απόστολος επί των / Υδάτων στις μέρες των αρχαίων ψαράδων. / Δεν βάδισα στους χωμάτινους δρόμους ένδοξα / Αναμασώντας τα προεόρτια άσματα των γλυκών / Νερών του Αρχαίου Βουκατίου χαραγμένα στις / Στάμνες με τα σύμβολα και την κεφαλαία γραφή. / Δεν ταξίδεψα μεταξύ των γυάλινων πύργων / Ως ανταύγεια στο ηλιοβασίλεμα των ποταμών / Και της λιμνοθάλασσας με με την αρμύρα να / Λαμπυρίζει στις επιφάνειες των κλειστών τοπίων. / Δεν γύρισα πίσω στα στενά των οριζόντων / Στα ισχνά φώτα των γκρεμισμένων τρούλων / Και στην υγρασία των ατέλειωτων διάφανων / Ροών των θαλάσσιων διαύλων των πλοιαρίων. / Δεν θέλησα ποτέ να γίνω στήλη άλατος.

392608_291342477568078_100000769845259_787542_111016833_n-e1324308812465Στο νέο τεύχος του περιοδικού «Κουκούτσι» (τχ 5, Χειμώνας–Άνοιξη 2011), που κυκλοφόρησε στις 19-12-2011, εκτός από το πρωτότυπο αφιέρωμα στην Αραμαϊκή ποίηση, φιλοξενείται στην ενότητα Νέα Ελληνική Ποίηση, το ποίημα του Πάνου Καπώνη «Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη» :
Θωρείς το μεταλλικό πλέγμα / και τις ασπίδες της πολιτείας / που σου έβαλαν στο στήθος / και περιμένεις να ξαπλώσεις πάνω / στη καμμένη γη, στο πεζοδρόμιο. /
Πιστεύεις τάχα πως / η πλατεία είναι ευτυχισμένη / όπως όταν ζητούσε σύνταγμα ; / Στη θλίψη του κράτους / ένα παραμύθι πολιτικάντηδων. / Τα μάρμαρα μάρτυρες / σε χτυπούσαν ανελέητα / και κραυγές παιδιών και νέων / που έτριβαν τα μάτια τους / τρέχοντας αλλαλαγμένα.  
κι ο φίλος μου ο ποιητής / που μπήκε στη Βουλή / δεν σε είδε φύλακα εσένα / των πολλών αγώνων / και της ειρηνικής μας αγωνίας ; 
Ποια ρεντιγκότα σου άφησε / στεφάνι εκ δάφνης να δει / το πλήθος να πιστέψει εσένα / ως σύμβολο επί σφαγή / από σφαίρες κρότου λάμψης ;
Δεν μου απαντάς μνημείο / του άγνωστου στρατιώτη. / Κοιτάς πάντα ψηλά τα περιστέρια / με την ασπίδα έτοιμη να αποκρούσει / τις επιθέσεις με τα δακρυγόνα.
τα σπασμένα μάρμαρα και τις πέτρες / τις πλαστικές σφαίρες στις τέντες / του Ερυθρού Σταυρού. / Είναι πόλεμος άγνωστε στρατιώτη / μπροστά στα μάτια σου αιώνες.
 
Στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Τα Ποιητικά» (Σεπτέμβρης 2011) των εκδόσεων Γκοβόστης και στη στήλη Δείγμα Γραφής,  φιλοξενείται το ποίημα με τον τίτλο «Το ράπισμα» από το πρόσφατο έβδομο ποιητικό βιβλίο «ΚΥΒΟΣ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κοινωνία των (δε)κάτων» (Αθήνα 2011).
ΤΟ ΡΑΠΙΣΜΑ
Ο χοντρός κύριος με την μπέρτα / καθόταν ως συνήθως έτη πολλά / πίσω απ’ το γραφείο του με λέξεις / αλλά το γραφείο ήταν στο τρένο / με σίγουρη καθημερινή θέση.
Η σύμβαση του ποιήματος ακυρώθηκε / αφού δεν υπήρχε ελεγκτής εισιτηρίων / αλλά ο χοντρός κύριος / σηκώθηκε από το κάθισμα του / και ράπισε ηχηρά τον ελεγκτή. / Στην επόμενη στάση ο ελεγκτής κατέβηκε. / Ο χοντρός κύριος έχασε την μπέρτα του.
 
     
Στο νέο τεύχος του περιοδικού «Πόρφυρας» (τχ 140, Ιούλιος – Σεπτέμβρης 2011), που κυκλοφόρησε στις 26-07-2011, εκτός από τα κείμενα που υπογράφουν για το Δοκίμιο, οι : Αν. Σιώψη, Κ. Καρδάμης, Δ. Μπρόβας, Ν. Μαρτίνος, Γ. Δ. Παναγιώτου και ο Πέτρος Γκολίτσης, φιλοξενείται στην ενότητα Ποίηση, το ποίημα του Πάνου Καπώνη «Αντί Ναυαγίου» :
Α.
Η γιορτή ως σημαία ανέμιζε / στην παραλία της ιστορικής νήσου / χρόνια πολλά έλεγαν / 
Οι άνθρωποι με τα γιορτινά τους / που τα “παιζε ο άνεμος / κείνες τις μέρες της ηρεμίας.
Τα παιδιά μεγάλωσαν / στα υψίπεδα της ακτής στην / παχύ άμμο με τις καλοκαιρινές / διακοπές της ασπρόμαυρης / φωτογραφίας πάνω στο τζάκι / και τις ανταύγειες ενός ήλιου /
που έλαμπε τον χειμώνα πάνω / στα φύλλα των λευκών οικισμών / με τον Εσταυρωμένο άγαλμα / και τις Ουρσουλίνες να παίζουν / με τα γαλάζια παράθυρα / και το αντιφέγγισμα της θάλασσας.
Αντί ναυαγίου λοιπόν αυτοί / οι πολίτες της νήσου με τα λευκά / πρότειναν να φυσήξει δυνατός αέρας. 
Β.
Ο αέρας πήρε το καπέλο μου / στην αποβάθρα με τους ταξιδιώτες / όταν αναζητούσαν στον ορίζοντα / τα άλλα νησιά που χάθηκαν στην / ομίχλη των παλιών άγονων ημερών /
Αναχώρησα ύστερα πάνω στις πέτρες / και τα μάρμαρα του στενού οικισμού / με την επιδότηση του αέρα και /τα ομόλογα των πλοίων της γραμμής / που έπλεαν ευτυχισμένα στα κύματα / αγνοώντας τους ισχνούς επιβάτες / 
Που μείωσαν το επόμενο ταξίδι τους / και βάδιζαν επί των κυμάτων / ως απόστολοι άρρητων ρημάτων / πεινώντας και διψώντας σε κάθε βήμα / αναλόγως των δυνατοτήτων τους. /
Γ.
Ο καπετάνιος απηύθυνε διάγγελμα / στους επιβάτες να φορέσουν σωσίβια / και αντί ναυαγίου τους υποσχέθηκε λέμβους / να ταξιδέψουν με ασφάλεια στα όμορα κράτη./
Όταν κατέβηκαν οι σωσίβιοι λέμβοι / η τηλεόραση της νήσου έδειχνε / τις χιλιάδες λαού να πωλούν τα τζιπ / ανάμεσα στους πάγκους με τα ψάρια..
                                                                                                                     Στο πλοίο από την Τήνο, 30-01-2010
                                                                                                                     
    
 
Στην εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, στο φύλλο 11162 σελ. 25 «Γράμματα & Τέχνες» της 21-07-2011 δημοσιεύεται το ποίημα του Πάνου Καπώνη «Ναρκωτικά Σύννεφα Ε’»από την ομώνυμη ποιητική συλλογή (ποίηση 1979-1989) των εκδόσεων Γκόνης, σε ανθολόγηση Χρυσούλας Σπυρέλη :
 
 Ναρκωτικά Σύννεφα
 Ε”  
 Δεν υπάρχουν νεκροί σ” αυτόν / τον πλανήτη και πίσω απ” τη μουσική / των φανερών αντικειμένων / υπάρχει η μάζα της χαράς / σαν ξάστερη νύχτα στα πόδια / της θάλασσας / πάνω στην άγια τράπεζα / του σπιτιού / σαν καθάριο νερό πηγής. /
Δεν είναι όλα νεκρά. /
Το τελευταίο τέταρτο του θανάτου / είναι χαρά ανοξείδωτη / σαν τα γλυπτά του Θόδωρου / πάνω σε γκαζόν από μετάξι.
 
 
Κυκλοφόρησε το περιοδικό Εμβόλιμον Νο 61-62(Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2011) με επιμέλεια όπως πάντα του Γιώργου Χ. Θεοχάρη. Στα περιεχόμενά του περιλαμβάνονται και τα ανέκδοτα ποιήματα του Πάνου Καπώνη :
 
Η μυστηριώδης νήσος
Οι σημαίες ανέμιζαν στην προβλήτα / της μυστηριώδους νήσου έγχρωμες. /
Τα σκηνώματα των προσκυνητών / αποβιβάσθηκαν απ” τα πλοία / ως κυματοειδείς ανελίξεις μύρων / φέρνοντας την ευλογία των ανθέων / και στην παραλία πωλούσαν παγωτά / με ήρεμες άσπρες φόρμες / κι ένα καλοκαιρινό αεράκι / που λικνίζονταν στο λιμάνι. /
Κείνη την ώρα της γαλήνης / οι προσκυνητές ακολουθούσαν / τα χρώματα και τις πτυχώσεις των σημαιών / με τα ψαθάκια τους να διακρίνονται / από μακρυά ως σύμβολα φωτός / και η μπάντα να παιανίζει./
Έπειτα παρακολουθούσαμε / να βγαίνουν απ’τα πλοία τους / οι ναύτες γράφοντας σελίδες ποίησης / που τρέφονταν με τα κύματα / και σ’όλη τη διάρκεια των παλιρροιών / να στέκονται στις αποβάθρες / η αύρα της θάλασσας κι οι γλάροι / καλωσορίζοντας μας όλους στο νησί. /
Το δειλινό, έγινε υποστολή στην προβλήτα / των φανταστικών σημαιών / στο νησί που δεν φτάσαμε ποτέ.
 
Τήνος 1 Ιουνίου 2010
 
  Ο χρησμός
 Η γέφυρα ταξιδεύει / πάνω απ” την ομορφιά του ρήγματος / κι αλλάζει τον ρου της ιστορίας / πλευρίζοντας στη μαρίνα των σκαφών. /
Εκεί η μέρα αποκαλύπτεται υγρή / κι ο άνθρωπος της Λευκάδας / με τους κρυστάλλους του χρησμού βυθίζονταν / στην έκσταση του σκονισμένου εαυτού του / 
και έλεγε : / Το δωμάτιο των νεφών λαμπυρίζει / και η γύρη των όψεων ακτινοβολεί./
Το κάστρο «Ωσεί κορώνα ερημωμένη» / μες το παιχνίδισμα του φωτός / γυρίζει πίσω στα χρόνια της αθωότητας / στις μέρες που τα καΐκια έβγαιναν / ελεύθερα και περήφανα στο πέλαγος / και ταξίδευαν στην Ιθάκη πραμάτειες / κι ο βιγλάτορας χαριεντίζονταν με τον ουρανό / και το πρασινογάλαζο των κυμάτων. /
Και συ στεριανός, έμεινες να κοιτάζεις / τη θάλασσα που δεν γνώρισες !   
Λευκάδα 3 Φεβρουαρίου 2010 
Το ποίημα «η εν πολλαίς …», από την συλλογή «Σπινθήρες Καλωδίου», δημοσιεύτηκε στην ετήσια ανθολογία «τα ποιήματα του 2009» των εκδόσεων «Κοινωνία των (δε)κάτων» (Δεκέμβριος 2010).

Η «εν πολλαίς …»

Η «εν πολλαίς περιπεσούσα» / πολλές φορές αναζήταγε / το χιτώνα / ήχος ξερός / μεταγγίζοντας τη σιωπή / της Μεγάλης Βδομάδας / Πολλές κραυγές / στο γυμνό κορμί της άνοιξης / άνοιξαν μυριάδες πεταλούδες / πάνω απ” την κοιλάδα / ηδονή και στεναγμός / λουλούδια κι αρώματα / και επιτάφιοι κρίνοι.
Ω! Γλυκύ μου έαρ / ο Άδωνης / απ” τους δελφούς και τ” άσπρα σπίτια / χτυπημένος στον κρόταφο / θανάσιμα / Οι αναθυμιάσεις του θυμιάματος / κι οι ιερείς / έξω στον αγρό του Κεραμέως / και πού να βρεις τσιμέντο πάνω στο κάστρο / να στεριώσει η «εν πολλαίς» / τον έρωτα / στη μνήμη την αιώνια.
Αθήνα, Μ. Τρίτη 2001
Απ” την συλλογή «Σπινθήρες Καλωδίου» 2009.
 
Δημοσιεύτηκε με σχολιασμό και παρουσίαση της Λιάνας Σακελλίου το ποίημα «Ήλεκτρον» στο περιοδικό Poetix, τεύχος #3, Οκτώβριος 2010.
 
 Ήλεκτρον
Θεάθηκε ένα μεσημέρι / έξω απ” τις λαμπυρίζουσες επιφάνειες / των κρυστάλλων το έτος 1999 / ένθα το βάθος της απόλυτης ηρεμίας / των ματιών σου. / Η ηλιοφάνεια του απέραντου γαλάζιου / με τους κίτρινους αστερισμούς / στις δαντελωτές πλεξούδες / των καλωδίων / εισχώρησε / σπινθήρας εισβολέας ακάθεκτος / στα ρήγματα της ψυχής των μαρτύρων / της Πλατείας Συντάγματος / χωρίς ρίγος χωρίς αιδώ. / Ως ατύχημα άλλωστε αναγνωρίσθηκε / το αντανακλώμενο ήλεκτρον / μυθοποιώντας τους ρυθμούς μας / τον Καραϊσκάκη και τον Κολοκοτρώνη / την οδό του φιλέλληνα Σίγγερ / τις περγαμηνές και τα κλέη των προγόνων. / Τι ήθελες εσύ στο Σύνταγμα ;
 
                                                                                         Βριλήσσια, Πρωτοχρονιά 2000
Από την συλλογή «Σπινθήρες Καλωδίου», εκδόσεις ΤΥΠΩΘΗΤΩ, Αθήνα 2009.
 
 
Δημοσιεύτηκε το ποίημα «Μια νύχτα με μπλουζ» στο περιοδικό «Παρουσία«, τεύχος #51, Ιανουάριος-Μάρτιος 2010.
 
 ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ MΠΛΟΥΖ 
Διεφθαρμένοι κοιταχτήκαμε κατάματα. / εγώ δεν τα πάω καλά με τις λέξεις / αλλά από πάνω ως κάτω χαμογελάω / ηχορύπανση ανδροπρεπώς κάθετη. / Κι ενώ ανέμενα τον ιονισμό / των άκρων μου από σπηλαιώδεις / αιθέριες ουσίες και κολόνιες άγνωστες, / χορευτές ως προπλάσματα αγαλμάτων / βάδιζαν ανάστροφα στην πίστα, / ενώ μια κομπανία πνευστών παιάνιζε, / Το πάθος των νεοσσών ήταν αποκαλυπτικό / στην ενθρόνιση των χρησμών / ως συλλογή λέξεων που δεν γνώριζα / ή ως ποίημα πρωτόγνωρων σπασμών / μιας νύχτας ηδυπαθούς / στις όψεις του κάθε έρωτα. / Η σπηλιά ήταν εκεί ανοιχτή και ρέουσα / ουρανομήκης ηδονίστρια σάλπιγγα / που δεν καταλάβαινε από αναστολές / και πήλινες εύθραυστες σκιές αισθημάτων / κι η ατμόσφαιρα μύριζε πικραμύγδαλο / και νότες αργού μακρόσυρτου μπλουζ / στη διαπασών όμως μέσα στα σύννεφα / που σκέπαζαν τα φεγγαρόφωτα ζεύγη / αποσπώντας τον ρυθμό απ’τις κινήσεις / σε στροβίλισμα αέναης στύσης ονείρων. / Ο φίλος μου Ιωάννης Τραβαγιέ ξεπρόβαλε / απ” τη μεριά των μη καπνιζόντων καπνό / αναιδής ορχηστρούμενος πάραυτα / και με είδε γυμνό ιδρωμένο αιθεροβάμονα / μες στις σχισμές των απωλεσθέντων ρούχων / ανάκατα με τα μπλουζ της νύχτας. / 
                                                                                                                                                                           Κηφισιά 30 Ιουλίου 2006
Απ’την ανέκδοτη συλλογή «Κύβος»
 
Τρία ποιήματα δημοσιευμένα στο περιοδικό «Οροπέδιο» #6, Χειμώνας 2008-09
 
After dark
Εκρηκτικά φαινόμενα εκλάμψεων / μετά τη νύχτα / που λάμπει αδιάκοπα / στα μαύρα ηχητικά συστήματα / ώθησαν σπασμούς / στο πεζοδρόμιο / και στις πέριξ ανταύγειες οφθαλμών. / Οι προβολείς άναψαν / στη ροή των διαχωρισμών των ήχων / σαν φύλλο που σκέπασε / τα ευτυχισμένα λουλούδια / 
                                                                                    Κηφισιά 2006 / Από την συλλογή «Κύβος».
Ρεύματα
Στο μήκος του ήχου προεξείχε η διαδήλωση / αναλώσιμη στη φλόγα των φλογοβόλων / Ανάμεσα στα γυμνά πόδια των λαμπρών φεγγαριών / οι υπόγειοι ρυθμοί ούρλιαζαν στο βάθος. / Ρεύματα οινοπνεύματος
Αθήνα Εξάρχεια 2006
ποίημα από την συλλογή «Κύβος»

Η λεωφόρος των φαλλών

Απιονισμένο νερό πλημμύρισε τη Λεωφόρο των Φαλλών στη Δήλο / και οι πεζοναύτες με το πουλί στο μπράτσο / επίλεκτα παιδιά της επανάστασης / οπισθοχώρισαν άτακτα στ” αποβατικά σκάφη στην παραλία / Η αντικατάσταση των φαλλών με τους φοίνικες εκ τέφρας / αναβλήθηκε εξ αιτίας της πλημμύρας αλλά / και με την επέμβαση της ΟΥΝΕΣΚΟ που τους κήρυξε / παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά / Εγώ δεν πήγα ποτέ στη Δήλο, αλλά οι ψαράδες μολογάνε / πως ο Άγιος Νικόλαος φύλαξε το νησί / κι οι φαλλοί σηκώνονται τεράστιοι και περήφανοι / στον γαλανό ουρανό μέχρι και σήμερα

Τήνος 1969
Από τη συλλογή «ΚΟΚΤΕΙΛ Β» , 2η έκδοση ΓΚΟΝΗΣ 2008
 
Πάνος Καπώνης : 
Ποίημα δημοσιεύμένο στην ετήσια έκδοση της «Κοινωνίας των δεκάτων», ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 2007, Αθήνα 2008
 
Αρχαίο Τραμ
Iερογλυφικά σανδάλια / Οδηγούσαν το κέλυφος του γρανίτη / Σε ανάποδες πυραμίδες και ήχους / Αιγυπτιακούς / Ανορθόδοξους στις λείες επιφάνειες / Των κώνων / Της μετανσάρκωσης των οφθαλμών μας / Απέραντη η λεωφόρος της ερήμου / Στο σχήμα ενός συμβόλου ζωής / Με σκόνη αιώνων / Να ανεμίζει τις υπναλέες μούμιες / Υπεράνω των φοινίκων / Στην κατεύθυνση της Λιβύης / Το αρχαίο τραμ έτριζε / Από τ” αρχαία χρόνια δίπλα στη θάλασσα / Σκουριασμένη διαδρομή / Από το Ναυτικό Όμιλο Αλεξανδρείας / Μέχρι την οδοό Σελίμ / Ένθα τα μεγάφωνα του Ισλάμ / Ιερά κιγκιδώματα όμως μας στρίμωξαν / Στις οξειδώσεις των οχημάτων / Άμα τη αφίξει μας / Κάτω από τους τρούλους και περιπατητές / Σε ελληνικά κλασικά κατάλοιπα / Και το παλιό μεγαλείο της παραλίας.
Αλεξάνδρεια Μάρτης 2005
Από τη συλλογή «Σπινθήρες καλωδίου», 2009
Πάνος Καπώνης : 
Ποίημα δημοσιεύμένο στην ετήσια έκδοση της «Κοινωνίας των δεκάτων», ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ 2008, Αθήνα 2009
 
Χριστούγεννα 1967
Ακίνητα μεσημέρια / πάνω από κόκκινες ξεθωριασμένες / στέγες που κάπνιζαν / ανάμεσα από κεραίες γυμνές / τους βάραιναν τα βλέφαρα. / Η δέσμευση, η πολιτεία / των φοινίκων / που αναγεννήθηκαν απ” τα τανκς. / Ούτε μια φωνή έστω απ” τις / κουρούνες που ζεσταίνονταν / στα καμπαναριά ή τον αέρα / που τους είχε ξεχάσει / μέσα στα κελιά. / Φέτος η ζεστασιά τυποποιήθηκε / σε μικρούς μαύρους σωλήνες / πυροβόλων. / Ο Χριστός κουράστηκε / να ξαναγιεννιέται λυτρωτής / κάθε χρόνο.
Αγρίνιο 1967
Από τη συλλογή «ΚΟΚΤΕΙΛ Β» , 2η έκδοση ΓΚΟΝΗΣ 2008
****
Το ποίημα «ΑΡΧΑΙΟ ΤΡΑΜ» δημοσιεύμένο στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 7, Άνοιξη 2007
 
  

Αρχαίο Τραμ

Ιερογλυφικά σανδάλια / Οδηγούσαν το κέλυφος του γρανίτη / Σε ανάποδες πυραμίδες και ήχους
Αιγυπτιακούς / Ανορθόδοξους στις λείες επιφάνειες / Των κώνων / Της μετανσάρκωσης των οφθαλμών μας / Απέραντη η λεωφόρος της ερήμου / Στο σχήμα ενός συμβόλου ζωής
Με σκόνη αιώνων / Να ανεμίζει τις υπναλέες μούμιες / Υπεράνω των φοινίκων
Στην κατεύθυνση της Λιβύης / Το αρχαίο τραμ έτριζε / Από τ” αρχαία χρόνια δίπλα στη θάλασσα
Σκουριασμένη διαδρομή / Από το Ναυτικό Όμιλο Αλεξανδρείας / Μέχρι την οδοό Σελίμ
Ένθα τα μεγάφωνα του Ισλάμ / Ιερά κιγκιδώματα όμως μας στρίμωξαν / Στις οξειδώσεις των οχημάτων / Άμα τη αφίξει μας
Κάτω από τους τρούλους και περιπατητές / Σε ελληνικά κλασικά κατάλοιπα / Και το παλιό μεγαλείο της παραλίας
Αλεξάνδρεια Μάρτης 2005
Από τη συλλογή «Σπινθήρες καλωδίου», 2009
Πάνος Καπώνης : 
Ποίημα δημοσιεύμένο στο περιοδικό ΠΑΡΟΥΣΙΑ, τεύχος 29, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2004.
 
Έτος κτίσεως 1868
Άυλη οριζόντια γραμμή / αιχμή στη ζωή μου / πέρα απ” την πατρώα γη / ενσωματωμένη στους χοντρούς τοίχους / της γέννησης μου / στην γκρίζα αιτωλική πέτρα. /  
Είναι μακριά, πολύ μακριά ο τόπος μου / δυτικά του δρόμου με τη σκόνη / ανάμεσα στις λίμνες
και σε κάδους σταριού. / Κι εγώ επιμένω στη ζεύξη του ονείρου / των κρυφών ερμαρίων
της οδού Δωριμάχου / και των πορφυρών κιλιμιών / της λόντζας. / 
Επιμένω στην παλιά φωτογραφία / πάνω απ” το τζάκι / στις πουτάνες της λιμνοθάλασσας
και τα πέντε φανάρια της πλατείας, / Επιμένω ακόμη σ” αυτό το αίμα / που τρέχει κάθε μέρα στο κόκκινο του ορίζοντα. / Επιμένω στο σωτήριο έτοε 1868 / σαν προβολή στην ομίχλη / του μέλλοντος μου.
Αγρίνιο Πάσχα 2002
Από τη συλλογή «Σπινθήρες καλωδίου», 2009
 
 
Οκτώ ποιήματα δημοσιεύμένα στην Ανθολογία του Δ. Πιστικού «Ζωγραφία Λαλούσα»  εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ, Αθήνα 1997
 Συλλογή «ΚΟΚΤΕΙΛ Β» , 2η έκδοση ΓΚΟΝΗΣ 2008
Συλλογή «ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΣΥΝΝΕΦΑ»,εκδόσεις ΓΚΟΝΗΣ 2010
Αποσπάσματα από το ποίημα «Φακοί Επαφής» (α,β,γ) και «Απ” τις απολογίες»  δημοσιεύτηκαν επίσης στην Ανθολογία Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών, Αθήνα 2002.
 Φακοί Επαφής
α”
Ανάμεσα στον καθρέφτη / και τα μάτια σου / ο ήλιος κόπηκε στα δυο. / Θέλησα ν” ανατινάξω
το κρύσταλλο / που σου “κρυψε το φως, μα είπες / μην αγγίζεις, περιμένω ν´ ανέβει η παλίρροια
του αίματος.  
β”
Κοχύλια κι άσπρα πανιά / ουτοπία πελάγου / σε φλογισμένη καλοκαιρινή λεωφόρο. / Χωρίς κυβερνήτη είμασταν έρμαια των σημάτων / της τροχαίας.
γ”
Τα κόκκινα οχήματα / χάσανε τον προσανατολισμό τους / κάπου στο Σούνιο
κι ο ήλιος / μας είπε το ξυπόλητο ζευγάρι / έφθαρε τα μάρμαρα του αρχαίου ναού. / Ο φίλος που γύρισε “
ντυμένος στα λευκά / μίλησε για αποτέφρωση.
δ”
Είχα δει τον ίσκιο σου / στα φύλλα μιας ελιάς, / είχα δει τον ίσκιο σου μονάχα
γιατί το πρόσωπο σου / το “χε πάρει το φεγγάρι.
Από τη συλλογή «ΦΑΚΟΙ ΕΠΑΦΗΣ» , 1966
Απ” τις απολογίες
Α”
Στους καλαμιώνες γύριζα μαζί σου / ένα δηλινό, μοναχικό ερείπιο καμένο / από φωτιές τυποποιημένες / κοιτάζοντας τα σύμβολα στα λιμνοσόκακα / του νεκρού μου παρελθόντος. / Τις νεκρωμένες φύσεις / που βαρέθηκες να τριγυρίζεις / τις κράτησα σφιχτά, μαζί μετις ανάσες. / Όταν ξεχάσεις τα χέρια τα κομμένα / και την μαυροντυμένη / στον δρόμο της απεραντοσύνης / θα σου πω ποιός φώναξε  π ρ ο δ ό τ η.
Β”
Στα μαύρα λιθάρια κόπηκαν τα χέρια μου / όταν θέλησα να αναστήσωτους γκρεμισμένους ναούς / τα καμένα σπίτια / τα λισμονημένα ιερά. / Στο τελευταίο ταξίδι κόπηκαν / γιατί άγγιξαν τις απαγορευμένες αχτίδες / του ήλιου / ψαχούλεψαν την απεραντοσύνη της λίμνης / ικέτεψαν τα σύννεφα πάνω απ” τα κάστρα / και τους θλιμένους κατάδικους / που κοίταζαν με τα πέτρινα μάτια τους / απ” τα πέτρινα παράθυρα των θεστιαίων / απ” τα πέτρινα περάσματα της Αιτωλικής Νύχτας. / Κόπηκαν, μα δεν θα γυρίσω εκεί. / Εκεί που το λιόγερμα είναι άτεχνο / σχεδιάσμα χαμόγελου πρωινού / μια υπόσχεση δίχως αξία / όταν την νύχτα παιδεύονται οι άνθρωποι / να βρουν τους δρόμους των νερών. / Εκεί που οι πόρτες των νεκροταφείων / ανοίγουν στο χάος κι οι τάφοι / σκεπάζονται με λιόδεντρα / εκεί που τα κυπαρίσσια μυρμιγκιάζουν / σε σειρές ακανόνιστες από προδομένους στρατούς / κι οι ελιές συνομωτούν ίσως / για την αυγή των νεκρών / ή για τα παιδιά που χαρτοπαίζουν στα ερείπια / της αρχαίας πολιτείας.
Γ”
Στα μαύρα λιθάρια με πρόδωσαν / κι ας ήμουν δίπλα στη θάλασσα / κι ας έλεγα πως με κυνηγούσε ο αέρας / κι ας νόμιζα πως ακόμα ταξίδευα. / Με πρόδωσαν την μέρα που γεννήθηκα / κοντά στους βάλτους με τα κροάσματα / κοντά στους δρόμους που “δειχαν οι καμένοι πλάτανοι / και κοίταζαν τα λιμνοπούλια την γύμνια μου.
Δ”
Δεν θα “ρθουν οι γυναίκες / να σκεπάσουν τον τάφου μου ; / Τότε θα πούνε, πως δεν γηννήθηκα πρωί / αλλά την νύχτα που με φώναξαν / στο  Π α ν α ι τ ώ λ ι ο  Ι ε ρ ό.

Αμβρακικός

3. Κυνηγούσαμε κάποτε τα τραγούδια / της θάλασσας / τα ξεχασμένα φανάρια π” αναβόσβυναν / στ” ακροτήρια / τα βράδυα / μια στάλα δροσιάς στο πρόσωπο / μιας γυναίκας / που “ρθε κι έφυγε – μέρα της άπνοιας / τι ερημιά / τι ερημιά δείχναν / τα μάτια της ! / Ένα κύμα με δυο δελφίνια / προγεφύρωμα στην θλίψη.
4. Άσπρος διάδρομος μονοτονίας / γεμάτος αρμύρα / σπασμένα όστρακα κι ο ήλιος / μια κουρασμένη παραλία ατελείωτη
εισαγωγή στα τραγούδια των δελφινιών / κι αυτή η αγκαλιά του κύματος ! / Ούτε ένας γλάρος δεν φάνηκε σήμερα / ούτε ένα καϊκι.
5. Αμμουδιές όλο αρμυρίθρες / το σχήμα της ανάσας η ευτυχία μας. / Όπου κοιτάξεις εδώ / ο ήλιος δεν πεθαίνει / ο ήλιος σταυρώνεται κάθε πρωί / στα παραθύρια μας. / Όπου φωνάξεις / η φωνή σου πέτρα / μνημείο των καλοκαιριών που πέρασαν / γεμάτα τύψεις.
6. Η άμμος / κι οι γυναίκες που κρύβονται / στη ζεστή της γύμνια / μνημόσυνα παλιών θαλασσινών. / Κι η αγνότητα / στην μαρμάρινη κόρη που βρέθηκε / θαμμένη / χαράχτηκε ασύμμετρα στο βλέμμα σου / η Ελλάδα / χωρίς συντρόφους.

Ανταπόκριση για μια κατεδάφιση

Έτσι χάθηκαν / ανάμεσα απ” τους τίλους των εφημερίδων / και τα καινούργια φωτιστικά σώματα / παραλλαγές σ” αιμάτινο πλαίσιο / για να θυμάμαι τις διαβάσεις / και τ” αγκάλιασμα του κοριτσιού. / Και η άλλη πρόφαση / πως δεν διαβάζουν τάχα εφημερίδες / «μόνος ετών 24 εξωρίσθη από τον Νέρωνα το 65 μ.Χ. εις την νήσον Γυάρο του συμπλέγματος των Κυκλάδων». /  
Όταν πνίγεσαι μες τ” αποτσίγαρα / στο καφενείο / κι ακούς τα βράδυα τους γάτους να ουρλιάζουν / και τους χτύπους της καρδιάς σου / να μιλούν για τοίχους υγρούς / επιγραφές κι αινίγματα / » – διακόσιες χιλιάδες ξεχύθηκαν στις ακτές, να προστατεύσουμε τους λουομένους -» / μην σκέφτεσαι τις αφίσες / και τις πολιορκίες των θυμάτων σου / που ζωγραφίζουν βαρκούλες κι όνειρα / πίσω απ” τον τοίχο κάθε Σάββατο / την ώρα που στο πρόσωπο σου / πληθαίινει το συρματόλεγμα.
Οι νύχτες απ” έξω είναι κάτασπρες / διακριτικά σκοτεινές / για τους νυχτοφύλακες / μα εγώ περιμένω να ξημερώσει. / Το ίδιο τοπίο στα μάτια μου / κι ο πληθυσμός αυξήθηκε – έξω / τα στίγματα στο κορμί μου αυξήθηκαν / και το φαρμακείο της γωνίας / που διανυκτερεύει διαβάζουν / για την διαδήλωση : / «All women are beautiful» / χωρίς στηθόδεσμο / (National Organization of Women-USA).
Μην κλείνεις τα μάτια στον τοίχο / εδώ δεν μπορείς να χαράξεις δυο γράμματα / ή μια γρατσουνιά κάθε μέρα / ή Εύα αγάπη μου 13-6-70 / κι έπειτα από τρια χρόνια τον κατεδάφισαν / κι άλλοι ξέφυγαν μ” ένα σκουριασμένο / τατουάζ στο χέρι / ανανέωση την έλεγαν / ερείπιο μ’ένα δικό μας κομμάτι / σαν να “γδυναν τους νεκρούς ως τα κόκαλα. / Εσύ αξύριστος, / μόνον εσύ / που καταπρόσωπα σε χλεύασαν / οι νέοι πραιτωριανοί / και τα καινούργια συτήματα αγοράς / «ενταύθα πολούντε παλεά μικρά κάγγελα, παλεά μικρά τεράγονα παράθιρα»! / Τώρα, είναι μάντρα / με χοντρό παχύ χώνα από αίμα.
Από τη συλλογή «Κοκτέιλ» (1968-1972).

Μυθολογία της πορτοκαλάδας

Γ’. 
Εν Αθήναις δεν γίνεται τίποτε / Όπου να καθίσω υπάρχουν παγκάκια / όπως και να καθίσω / πίνω χυμό πορτικαλιού. /  
Εν Αθήναις λέγανε / πως πρέπει να βρούμε την αφετηρία / ή την καφετερία, να γελάσουμε / την ώρα ποι οι άλλοι βάζουν τις προβοσκίδες τους / στους υπόνομους / ή διαβάζουν ποιήματα στους υπό νόμους / ή χαϊδέουν τον λαιμό της Μυρσίνης
στο ζαχαροπλαστείο ή / κάνουν τόσα πράγματα / που εμείς δεν τα ξέρουμε …
Εν Αθήναις, τι να γράψω / αφού τ’οποτα δεν γίνεται, εν Αθήναις …
Από τη συλλογή «Μεταμορφώσεις του Ιερεμία»  1977
Συγκεντρωτική έκδοση «Αρχιπέλαγος Αϋπνίας», εκδόσεις ΑΙΟΛΟΣ 1993.
Ταξίδι στα τοπία
Ε’.
Κι ο καημένος ο Jouve, ο ποιητής / που κατοικεί πάντα στο τελευταίο πάτωμα / κι οι αίθουσες ίσως να “ταν εκεί ή πιο πάνω ακόμα / φαινομενικά ουσιαστικές μαύρη ταπετσαρία / και χιούμορ χωρίς μοναξιά. / Μηχανικά να περιφέρομαι νεκρός / σ” αυτό το τοπίο με τους χαμένους βάλτους / και τις αντένες / τ” όνειρο του προσώπου μου να επιπλέει / μέσα σ” άδειους γυάλινους τοίχους / υπέροχο χάος αδιαμόρφωτο / απαλά λικνιζόμενο στις εναλλαγές μου / εκεί χωρίς διαστάσεις να μεγαλώνω άχρονα / με καινούργιο προσωπείο
με καινούργιο χαμόγελο / άφθαρτη ουσία σ” εκατομμύρια ταξίδια / στο ζωντανό στερέωμα, εγώ / κι οι ταξιαρχίες των αγγέλων προστατών.
Απ” τη συλλογή «Ταξίδι στα τοπία» 1977-1978
Συγκεντρωτική έκδοση «Αρχιπέλαγος Αϋπνίας», ΑΙΟΛΟΣ 1993.
 
Η καμπυλότητα του σύμπαντος
VI.
Σου το “πα για τα σύννεφα / ψάχνοντας λέξεις για να βουλιάξω / περισσότερο μες το αίμα μου / βρίζοντας το μαρμάρινο πρόσωπο σου / που ρίζωσε στην Κηφισιά. / Σου το “πα / πως τα μέταλλα τίκονται / όταν ξερίζωνα στη σκοτεινιά την αρετή μου / και τα οπωροφόρα δέντρα / απ” τον κήπο της μητέρας μου.
Το “πα έτσι κι αλλοιώς / πως δεν παίζουν με την καμπυλότητα / του Σύμπαντος.
Από τη συλλογή «Ναρκωτικά Σύννεφα» 1979-1989.
Αποσπάσματα από τρία ποιήματα δημοσιεύτηκαν στην Ανθολογία Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών, Αθήνα 2002. 
 
 Ολόκληρο το ποίημα «Αμβρακικός» στη Συλλογή «ΚΟΚΤΕΙΛ Β» , 2η έκδοση ΓΚΟΝΗΣ 2008
 
 Αποσπάσματα από το ποίημα «Αμβρακικός» (1 & 2) :
 
Αμβρακικός

1. Η θάλασσα / κι η υπόσχεση ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού / που πέρασε μαυρισμένο κατ” απ” τον ήλιο. / Πόσο νιώθουμε τώρα / τη σκληράδα της άμμου ! / Σαν βλέπουμε τ” απέναντι βουνά / ντυμένα στην άχνα της γραμμής / της άνυδρης / χωρίς απάθεια / χωρίς αρμύρα στα μάτια μας.

2. Η κίνηση της στιγμής / ένας απελπισμένος θάνατος της μέρας /κυνηγημένος απ” τον ήλιο / και τα μεγάφωνα της παραλίας. /  
Τα μόνα αντικείμενα στην ακίνητη απεραντοσύνη / το φως / και μια βουρλιά / ελπίδα δροσιάς / κυνηγητό της ατονίας μας. /
Καλοκαίρι ! / Μια σιλουέτα αμέτοχη / στις τόσες σιλουέτες του καφενείου.
Απ” την πρώτη συλλογή «Κοκτέιλ», 1968
_______________________________________–
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΠΡΙΝ ΤΟ 1997 :
 
  1. Περιδιοκό Ακτή, τεύχος 16, Λευκωσία 1993 : Δημοσίευση του ποιήματος «Μεσολόγγι».
  2. Έτήσια έκδοση «ΠΟΙΗΣΗ ‘80″ (των Θ. Νιάρχου – Αντ. Φωστιέρη) εκδόσεις ΕΓΝΑΤΙΑ Θεσσαλονίκη 1980 : Δημοσίευση των ποιημάτων : «Ταξίδι στα τοπία». «Ναρκωτικά σύννεφα».
  3.  Περιοδικό «ΤΡΑΜ» τεύχος 7, Θεσσαλονίκη 1978 : Δημοσίευση των ποιημάτων : «Κρις-κραφτ», «Η κηδεία», «Ο δραπέτης».
  4. Περιοδικό ΣΗΜΑ, τεύχος 18, Αθήνα 1977 : Δημοσίευση του ποιήματος «Η μυθολογία της ποστοκαλάδας».
  5. Περιοδικό «ΤΡΑΜ» τεύχος 3, Θεσσαλονίκη 1976, δημοσίευση των ποιημάτων : «Ακτινογραφία», «Μονότονη απολογία σ’ επαρχιακό καφενείο», «Οι αντένες».
  6.  Περιοδικό Manroot 9, San Francisco 1973 : Δημοσίευση στην αγγλική του ποιήματος : «The mythology of orangeade».
  7. Περιοδικό «Κούρος», Αθήνα Μάης 1971 : Δημοσίευση του ποιήματος «Η Αλίκη στη χώρα των φαρμάκων».
  8. Ποιητική Ανθολογία Νέας Ελληνκής Γενιάς «ΑΓΚΥΡΑΣ», Αθήνα 1970 : Δημοσίευση του ποιήματος «Θυσία».
  9. Περιοδικό «ΛΩΤΟΣ», τ. 4-5 Μάης 1969 : Δημοσίευση του ποιήματος «Αθήνα 39ο C».
  10. Τ. Σπηλιάκου – Ελ. Στριγγάρη : Ποιητική Ανθολογία Νέων, Αθήνα 1968 : Δημοσίευση των ποιημάτων «Απολογία εσχάτη», «ταξική διαφορά», «οδοφράγματα», «κίτρινη ομπρέλα», «η γιορτή».