Μια συνέντευξη του συγγραφέα Θοδωρή Παπαθεοδώρου στον Πάνο Καπώνη (περιοδικό (δε)κατα τ. 16)
Θοδωρής Παπαθεοδώρου :
« ήρθα σε επαφή με τους ανθρώπους της. Ρωμιούς και Τούρκους και Αρμένιους. Στα μάτια τους, στα λόγια τους, στην ψυχή τους διάβασα μια άλλη «ιστορία»….. »
Πάνος Καπώνης :
Είχα γυρίσει από τη Θράκη, στα τέλη Αυγούστου, όταν ανακάλυψα τυχαία το μυθιστόρημα του Θοδωρή Παπαθεοδώρου “Σαν ταξιδιάρικα πουλιά”. Εκείνο που με τράβηξε, δεν ήταν ο τίτλος του βιβλίου, αλλά η εικόνα του εξωφύλλου. Διαβάζοντας το όμως το μυθιστόρημα, μου έκανε εντύπωση, πέρα απ’ τον εκπληκτικό μύθο και την ροή του, η υποδόρια παράλληλη συγγραφή της ιστορίας και θέλησα να έχω μια συνομιλία με τον συγγραφέα, ως απλός αναγνώστης όμως και όχι ως ειδήμων, κι έτσι του τηλεφώνησα.
***
Το μυθιστόρημα σας «σαν ταξιδιάρικα πουλιά», φαντάζομαι ότι είναι κατά κάποιο τρόπο συνέχεια του πρώτου σας βιβλίου «το αστρολούλουδο του Βοσπόρου», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ψυχογιός το 2004. Τι σας έκανε να συνεχίσετε με ένα παρόμοιο μυθιστόρημα, απ’ τη γενιά του 1920 στην γενιά του 1940 ; Μήπως είναι αυτή η υποδόρια καταγραφή της ιστορίας πέρα απ’ την «επίσημη» που μας έμαθαν ;
ΑΠ : Η «επίσημη» ιστορία δεν υφίσταται επί της ουσίας κ. Καπώνη. Αυτοαναιρείται. Είναι συνήθως γραμμένη κατά παραγγελία και εξυπηρετεί εθνικούς, θρησκευτικούς ή δεν ξέρω ποιους άλλους σκοπούς. Μέχρι ένα σημείο αυτό μπορεί να το κατανοήσει κανείς. Αλλά εδώ μιλάμε αφενός για διαστρέβλωση και αφετέρου για αποτίναξη ευθυνών. Στην πρώτη περίπτωση αυτό οδηγεί σε στρεβλωμένες αντιλήψεις που μπορεί να έχουμε σαν λαός και να πιστεύουμε λανθασμένα πως είμαστε περιούσιοι, στη δεύτερη χρησιμεύει σαν «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για τις ολιγωρίες των κρατούντων.
Δεν πρέπει να αναφερθούν οι σφαγές και η εθνοκάθαρση στην οποία προέβη ο Ελληνικός Στρατός στη Μακεδονία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους; Δεν πρέπει να αναφερθεί πως μετά τα Σεπτεμβριανά του ’55 στην Πόλη η Ελλάδα αρκέστηκε σε μια τιμητική ύψωση σημαίας στη Σμύρνη και ξεμπέρδεψε με τους Τούρκους ; Δυστυχώς όμως όπως φάνηκε, δεν είχαν «ξεμπερδέψει» μαζί τους και οι Ρωμιοί της Πόλης.
Η θεματολογία και των δύο βιβλίων αναφέρεται στο ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης μεταφέροντας μας – με πολύ ευαισθησία μπορώ να πω – στην ατμόσφαιρα και το κλίμα που επικρατούσε στην πόλη εκείνες τις εποχές. Πως έγινε αυτή η επιλογή σας ;
ΑΠ : Πέρα από τη γοητευτική ιδιομορφία της συγκεκριμένης πόλης, όπως ξέρετε κατάγομαι από τον Έβρο, η Κωνσταντινούπολη ήταν τρεις ώρες δρόμο από το χωριό μου και την επισκεπτόμουν πολύ συχνά. Έτσι ήρθα σε επαφή με τους ανθρώπους της. Ρωμιούς και Τούρκους και Αρμένιους. Στα μάτια τους, στα λόγια τους, στην ψυχή τους διάβασα μια άλλη «ιστορία». Ανεπίσημη κι ανθρώπινη. Αυτή θέλησα να καταγράψω.
Ο ερωτικές διαδρομές του νεαρού Έλληνα με την μικρή Τουρκάλα, μέσα απ’ τα γεγονότα που σε δεύτερο επίπεδο περιγράφετε – ομολογώ με αριστοτεχνικό τρόπο – κρύβουν πολύ ευαισθησία και τρυφερότητα. Αυτός ο μύθος ενέχει πραγματικά στοιχεία ή ανάγεται εξ ολοκλήρου στη σφαίρα της φαντασίας ;
ΑΠ : Όχι, δεν ανάγεται στη σφαίρα της φαντασίας. Απλώς κάποια δεδομένα και περιστατικά «παραποιήθηκαν» για να εξυπηρετήσουν την αφήγηση και τα ιστορικά τεκταινόμενα που περιγράφονται σε δεύτερο επίπεδο. Κατά τα λοιπά είναι μια πραγματική περίπτωση από τις εκατοντάδες που μοιραία συνέβαιναν σε μια πολυφυλετική μητρόπολη όπως η Πόλη.
Φυσικά η πρόθεσή μου δεν ήταν να γράψω ένα τουρκομπαρόκ ρομάντζο, αλλά να χρησιμοποιήσω τα μάτια και τις σκέψεις της Τουρκάλας για να δούμε και να γνωρίσουμε αφενός την απέναντι πλευρά της ιστορίας, αφετέρου την ψυχή και τα χούγια του γνωστού-άγνωστου γείτονα. Ξέρετε κύριε Καπώνη, οι Τούρκοι δεν είναι μόνο οι αιμοσταγείς βάρβαροι που διδαχτήκαμε παιδιόθεν. Πολλές φορές, εκτός από χέρι μαχαίρι έχουν και καρδιά διαμάντι.
Γεννηθήκατε στα Δίκαια του Έβρου, στα όρια δηλαδή της Ευρώπης με ένα άλλο ευρωπαϊκό χαμένο τμήμα της, πέρα απ’ το ποτάμι . Κατά πόσο η καταγωγή σας επηρέασε το έργο σας ;
ΑΠ : Αρκετά, όχι με την πατριωτική και ολίγον νοσταλγική έννοια των αλύτρωτων πατρίδων που προφανώς, και δικαίως κατά τη γνώμη μου, μπορεί να επικαλεστούν και οι Τούρκοι της Μακεδονίας που επίσης εκδιώχθηκαν από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.
Με επηρέασε με την βαθιά ανθρώπινη έννοια της γνώσης, των βιωμάτων, των συνηθειών, των σκέψεων και της γλώσσας. Αυτό δηλαδή που στην καθ’ ημάς ανατολή αποκαλούμε χούγια. Αυτό το κράμα ήταν και είναι πολύ γοητευτικό κι εν πολλοίς εξηγεί την υψηλή αποδοχή που έχουν τα σχετικά βιβλία και οι ταινίες από το κοινό.
Παρατήρησα – αλλά μπορεί να κάνω και λάθος – ότι μέσα στη δομή του μυθιστορήματος υπάρχουν στοιχεία που συνηγορούν στην ανάδειξη ευρωπαϊκών χαρακτηριστικών ανάμεσα απ´ το ανατολίτικο περιβάλλον που διαχέεται. Πως κατορθώσατε να κάνετε αυτή τη μίξη ;
ΑΠ : Κοιτάξτε, η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν ένας αχταρμάς από πέπλα, αρώματα, σαντούρια, φερετζέδες ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο έχει αναπτύξει αυθαίρετα αλλά πολύ γοητευτικά η λαϊκή φαντασία. Εκτός από τον φερετζέ που τον κατάργησε δια ροπάλου ο Κεμάλ, ναι, υπήρχαν όλα τα παραπάνω. Αλλά ταυτόχρονα υπήρχε και μια Δυτικοευρωπαϊκή κουλτούρα. Στα καταστήματα, στα πολιτιστικά δρώμενα, στις συμπεριφορές και τις προτιμήσεις των ανθρώπων. Έτσι ήταν τότε η Πόλη, έτσι είναι και σήμερα.
Αν ζήσετε για λίγο καιρό εκεί, θα διαπιστώσετε πόσο απελπιστικά επαρχιακή και τριτοκοσμική φαντάζει η Αθήνα σε σύγκριση μαζί της, παρ’ όλη την ευρωπαϊκή αλαζονεία μας.
Η αίσθηση μου από το συνεχές διάβασμα του βιβλίου, παρ’ όλες τις 540 σελίδες του, ήταν η ομαλή εναλλαγή των εικόνων, της περιγραφής του κοινωνικού ή για να ακριβολογήσω, των κοινωνικών και θρησκευτικών ιστών της πολυπολιτισμικής Πόλης, του ερωτικού κλίματος, αλλά και των τότε σκληρών, σχεδόν απάνθρωπων γεγονότων που κορυφώθηκαν επί Μεντερές. Πως καταφέρατε να ξεπεράσετε τους σκοπέλους που πολλές φορές κρύβει ένας τέτοιος συγκερασμός ;
ΑΠ : Θα σας γελάσω. Ακριβώς αυτή ήταν η πρόθεσή μου βέβαια, αλλά δεν ξέρω πως το κατάφερα και κατά πόσο. Πάντως δεν έκανα τίποτε άλλο από το να αποτυπώσω την πραγματική ζωή. Δεν με ενδιέφεραν τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα αλλά το φόντο, οι ζωές των απλών καθημερινών ανθρώπων που δε γράφουν την Ιστορία, αλλά υφίστανται τις συνέπειές της. Η πρώτη απορία μου όταν σκεφτόμουν την ανάπτυξη του μυθιστορήματος ήταν : πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν για να γίνει ο Καίσαρας Μεγάλος; Αυτή ήταν η κυρίαρχη γραμμή για την ανάπτυξή του. Χαίρομαι πάντως που το αναφέρετε.
Μέσα σε ένα τέτοιο κατά βάση ερωτικό μυθιστόρημα, χωράνε πολιτικές αιχμές ; Ή μήπως πρόκειται για ένα κατά βάση κοινωνικοπολιτικό έργο που χρησιμοποιεί τον έρωτα του Παναγιώτη και της Φεράχ ως πρόφαση ;
ΑΠ : Νομίζω ότι έχω απαντήσει ήδη, αλλά θέλω να προσθέσω το εξής. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στα όριά τους, που βρίσκονται σε έναν εξοντωτικό αγώνα, έναν πόλεμο επί παραδείγματι, βιώνουν τον έρωτα με περισσότερο πάθος και δύναμη. Ολοκληρωτικά. Κρεμιούνται από αυτόν, ο έρωτας είναι πνοή ζώσα και ισχυρό κίνητρο επιβίωσης. Τα «Πέτρινα Χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη είναι ένα κλασσικό παράδειγμα το οποίο μάλιστα πατάει σε ένα αληθινό γεγονός.
Ο έρωτας στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα δεν είναι πρόφαση. Είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι και τα αισθήματά τους και είναι λάθος να τα βλέπουμε ξεκομμένα από την πολιτική και την κοινωνία. Πιστεύω πως ο,τι θεωρούμε ατομικό είναι και βαθύτατα κοινωνικό.
Διάβασα ότι τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε το μυθιστόρημα σας θα είχε εκδοθεί στα Τουρκικά. Πιστεύετε ότι το εκεί αναγνωστικό κοινό – πλην Ελλήνων – θα είναι ώριμο να δεχθεί ένα τέτοιο βιβλίο ή θα υπάρξουν αντιδράσεις από την επίσημη τουρκική πλευρά, λόγω των γεγονότων που περιγράφετε ;
ΑΠ : «Πλην Λακεδαιμονίων» μου θυμίζει η διατύπωση. Ποιοι Έλληνες ; Οι δυο χιλιάδες Ρωμιοί που απέμειναν στην Πόλη ; Όσο για την ουσία της ερώτησης, νομίζω πως θα ισχύσουν και τα δύο. Και αποδοχή και αντιδράσεις. Όπως κι εδώ φυσικά. Στο ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο έχουν έρθει πολλά μηνύματα με υβριστικό περιεχόμενο επειδή τόλμησα να αναφέρω τις σφαγές και τους βιασμούς που υπέστησαν οι Τούρκοι στη Μακεδονία και στη Μικρά Ασία ή γιατί ανέφερα πως η μόνη χώρα που έστειλε τρόφιμα και βοήθεια στη λιμοκτονούσα κατοχική Ελλάδα το 1941- 42 ήταν η Τουρκία.
Ωστόσο πιστεύω πως και από τις δύο πλευρές μεγαλώνει το ποσοστό των ανθρώπων που κατανοούν πως η ιστορία δεν είναι ούτε μαύρη ούτε άσπρη, αλλά μάλλον μοιάζει με σκύλο Δαλματίας. Είναι καιρός να παραδεχτούμε αμφότεροι τις μαύρες κηλίδες και τις ευθύνες μας και να τις ξεπεράσουμε. Είμαστε αναγκασμένοι να ζήσουμε μαζί κι αυτό πρέπει να κάνουμε κατά την ταπεινή μου γνώμη.
Σας ευχαριστώ πολύ…
